Martin Luther King jr Day



On March 15, 1965, Archbishop Iakovos joined the Reverend Martin Luther King Jr. in Selma, Alabama to march on behalf of civil rights and to memorialize the slain Unitarian Universalist minister James Reeb. A controversial gesture at the time, Archbishop Iakovos nonetheless remained outspoken and resolute in his solidarity: «I came to this memorial service because I believe this is an appropriate occasion not only to dedicate myself as well as our Greek Orthodox communicants to the noble cause for which our friend, the Reverend James Reeb, gave his life; but also in order to show our willingness to continue this fight against prejudice, bias, and persecution.» He appears here with Dr. King on the cover of Life magazine.





Ένα κορίτσι που πουλάει φρέσκο γάλα καμήλας, προχωρά με την καμήλα της κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου στην Πεσαβάρ.


Writing about….Paestum or Poseidonia


The Doric temple of Hera, the wife of Zeus,  in Paestum, Italy, an outpost of ancient Greece.

The ceramic  ceremonial bust of the Goddess Hera. Classical period. Paestum,
Italy-Archaeological Museum of Paestum


The word ‘swastika’ is a Sanskrit word (‘svasktika’) meaning ‘It is’, ‘Well Being’, ‘Good Existence, and ‘Good Luck’. However, it is also known by different names  in different countries – like ‘Wan’ in China, ‘Manji’ in Japan, ‘Fylfot’ in England, ‘Hakenkreuz’ in Germany and ‘Tetraskelion’ or ‘Tetragammadion’ in Greece.

Even in the early twentieth century, the swastika was still a symbol with positive connotations.

For 3,000 years, the swastika meant life and good luck. But because of the Nazis, it has also taken on a meaning of death and hate

In the ancient Indian language of Sanskrit, swastika means «well-being». The symbol has been used by Hindus, Buddhists and Jains for millennia and is commonly assumed to be an Indian sign.

The Nazi use of the swastika stems from the work of 19th Century German scholars translating old Indian texts, who noticed similarities between their own language and Sanskrit. They concluded that Indians and Germans must have had a shared ancestry and imagined a race of white god-like warriors they called Aryans. German nationalist movements saw the swastika as the Germans’ link to the Aryan “master race” and a “symbol of ‘Aryan identity’ and German nationalist pride,” the Holocaust Museum says, and it soon “became associated with the idea of a racially ‘pure’ state.

Οδυσσέας Ελύτης


Γεννήθηκε σαν σήμερα το 1911

«Βλέπεις είπε είναι οι Άλλοι

και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα

και δε γίνεται μ’ Αυτούς χωρίς, Εσύ

Βλέπεις είπε είναι οι Άλλοι»

Ράινερ Μαρία Ρίλκε


Ο άρχοντας του Λάγγεναου γράφει ένα γράμμα, βυθισμένος σε σκέψη. Αργά-αργά ζωγραφίζει μεγάλα σοβαρά, όρθια γράμματα:

Καλή μου Μητέρα,

να είσαι περήφανη: Βαστώ τη σημαία,

μην ανησυχείς: Βαστώ τη σημαία, να μ’ αγαπάς:

Βαστώ τη σημαία-

Ύστερα κρύβει το γράμμα κάτω από τη στολή του, στο πιο κρυφό μέρος, κοντά στο ροδόφυλλο. Και συλλογίζεται: «Σε λίγο θα μοσκοβολήσει κι αυτό». Και συλλογίζεται: «Ίσως το βρει καμιά φορά κανένας….». Και συλλογίζεται…. «γιατί ο εχθρός είναι κοντά». (σελ.26)

Dylan Thomas, 27/10/1914 -9/11/ 1953



Photo by Rui Palha

This is a deeply moving poem, in which Thomas finds both himself as a man of thirty and sees in real time the child-self of long ago;

Poem In October

It was my thirtieth year to heaven
Woke to my hearing from harbour and neighbour wood
And the mussel pooled and the heron
Priested shore
The morning beckon
With water praying and call of seagull and rook
And the knock of sailing boats on the net webbed wall
Myself to set foot
That second
In the still sleeping town and set forth.

My birthday began with the water-
Birds and the birds of the winged trees flying my name
Above the farms and the white horses
And I rose
In rainy autumn
And walked abroad in a shower of all my days.
High tide and the heron dived when I took the road
Over the border
And the gates
Of the town closed as the town awoke.

A springful of larks in a rolling
Cloud and the roadside bushes brimming with whistling
Blackbirds and the sun of October
On the hill’s shoulder,
Here were fond climates and sweet singers suddenly
Come in the morning where I wandered and listened
To the rain wringing
Wind blow cold
In the wood faraway under me.

Pale rain over the dwindling harbour
And over the sea wet church the size of a snail
With its horns through mist and the castle
Brown as owls
But all the gardens
Of spring and summer were blooming in the tall tales
Beyond the border and under the lark full cloud.
There could I marvel
My birthday
Away but the weather turned around.

It turned away from the blithe country
And down the other air and the blue altered sky
Streamed again a wonder of summer
With apples
Pears and red currants
And I saw in the turning so clearly a child’s
Forgotten mornings when he walked with his mother
Through the parables
Of sun light
And the legends of the green chapels

And the twice told fields of infancy
That his tears burned my cheeks and his heart moved in mine.
These were the woods the river and sea
Where a boy
In the listening
Summertime of the dead whispered the truth of his joy
To the trees and the stones and the fish in the tide.
And the mystery
Sang alive
Still in the water and singingbirds.

And there could I marvel my birthday
Away but the weather turned around. And the true
Joy of the long dead child sang burning
In the sun.
It was my thirtieth
Year to heaven stood there then in the summer noon
Though the town below lay leaved with October blood.
O may my heart’s truth
Still be sung
On this high hill in a year’s turning.


Ποίημα του Οκτώβρη

Ηταν το τριακοστό μου έτος στον ουρανό
Σαν ξύπνησα στο άκουσμα του λιμανιού και του γειτονικού δάσους
Και τη συναγωγή των μυδιών και του ερωδιού
Την ιερωμένη ακτή
Το πρωινό νεύμα
Με την υδάτινη προσευχή και το κάλεσμα του γλάρου και του κόρακα
Και τον χτύπο των ιστιοφόρων πάνω στον μεμβρανώδη τοίχο
Ετοιμος εγώ να πατήσω το πόδι μου
Τη στιγμή εκείνη
Στην κοιμωμένη πόλη και το ταξίδι μου να ξεκινήσει.

Τα γενέθλιά μου ξεκίνησαν με το νερό –
Πετούμενα κι όλα τα πετούμενα των φτερωτών δέντρων ταξίδευαν το όνομά μου
Πάνω από τις φάρμες και τα λευκά άλογα
Κι εγώ ξύπνησα
Ενα βροχερό φθινόπωρο
Και περπάτησα έξω στην μπόρα όλων των ημερών μου
Πλημμυρίδα κι ο ερωδιός βούτηξε σαν πήρα τον δρόμο
Πέρα από την επικράτεια
Ενώ οι πύλες
Της πόλης έκλειναν καθώς η πόλη ξυπνούσε.

Ενα σμάρι κορυδαλλοί σ’ ένα σύννεφο
Που κυλούσε κι οι θάμνοι στην άκρη του δρόμου γεμάτοι τιτιβίσματα
Κοτσυφιών κι ο ήλιος του Οκτώβρη
Στον ώμο του λόφου,
Εδώ το κλίμα ήταν ήπιο κι οι τραγουδιστές γλυκείς όταν ξάφνου
Φάνηκαν το πρωί εκεί που τριγυρνούσα κι άκουγα
Τη βροχή να στίβει
Τον άνεμο τη ριπή το κρύο
Στο δάσος πέρα εκεί κάτω.

Ξεπλυμένη βροχή πάνω στο λιμάνι που αχνόσβηνε
Και στη θαλασσόβρεχτη εκκλησία στο μέγεθος σαλιγκαριού
Με τις κεραίες ορθωμένες μες στην ομίχλη και το κάστρο
Καφετί σαν κουκουβάγια
Μα όλοι οι κήποι
Της άνοιξης και του καλοκαιριού άνθιζαν ανάμεσα σε φανταστικές ιστορίες
Πέρα από την επικράτεια και κάτω από το σύννεφο γεμάτο κορυδαλλούς.
Εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω
Τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε.

Τράβηξε μακριά από τη χαρμόσυνη πατρίδα
Κι ο άλλος αγέρας κι ο γαλανός αλλαγμένος ουρανός
Αφησαν να κυλήσει ξανά εκεί κάτω ένα θαύμα καλοκαιριού
Με μήλα
Αχλάδια και κόκκινα μούρα
Κι είδα στην αλλαγή τόσο καθαρά ενός παιδιού
Τα ξεχασμένα πρωινά σαν περπατούσε με τη μητέρα του
Ανάμεσα στις παραβολές
Του ηλιόφωτου
Και τους θρύλους των πράσινων παρεκκλησιών

Και τους διπλοειπωμένους αγρούς της νηπιακής ηλικίας
Που τα δάκρυά του έκαψαν τα μάγουλά μου κι η καρδιά του σκίρτησε στη δική μου.
Τούτα ήταν τα δάση ο ποταμός κι η θάλασσα
Εκεί που ένα αγόρι
Στο φιλήκοο
Καλοκαίρι των νεκρών ψιθύρισε την αλήθεια της χαράς του
Στα δέντρα και τις πέτρες και τα ψάρια του αλμυρού νερού.
Και το μυστήριο
Τραγουδούσε ολοζώντανο
Ακόμα μες στο νερό και το τιτίβισμα των πουλιών.

Κι εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε. Κι η αληθινή
Χαρά του πολύχρονου νεκρού παιδιού τραγουδούσε φλεγόμενη
Στον ήλιο.
Ηταν το τριακοστό μου
Ετος στον ουρανό κι εγώ στεκόμουν εκεί στο καλοκαιρινό μεσημέρι
Παρ’ όλο που η πόλη κάτω κειτόταν φυλλοσκεπής με το αίμα του Οκτώβρη.
Είθε η αλήθεια της καρδιάς μου
να τραγουδηθεί ξανά
Σε τούτον εδώ τον ψηλό λόφο και του χρόνου.