Ω χώματα της γης μου,

μύρια κι αξεχώριστα σαν τα νερά. Α.Σ

Καθώς προχωρούμε προς την άνοιξη, αυτά τα χώματα θαρρείς πως ομορφαίνουν πιότερο.


Της ημέρας….


Γιώργος Ιακωβίδης, Άνοιξη 1927

Νέα μοίρα

Γυμνή γυναίκα

το ρόδι που έσπασε

ήταν γεμάτο αστέρια.

Γιώργος Σεφέρης χαϊκού. Γεννήθηκε σαν σήμερα το 1900

Writing about… «The Second Coming» by William Butler Yeats(13/6/1865–28/1/1939)


W.B. Yeats 1907 by Augustus John OM 1878-1961

W.B. Yeats  by Augustus John OM , 1907

«Yeats began writing the poem in January 1919, in the wake of the First World War, the Russian Revolution, and political turmoil in his native Ireland. But the first stanza captures more than just political unrest and violence. Its anxiety concerns the social ills of modernity: the rupture of traditional family and societal structures; the loss of collective religious faith, and with it, the collective sense of purpose; the feeling that the old rules no longer apply and there’s nothing to replace them.»

“The Second Coming” is a magnificent statement about the contrary forces at work in history, and about the conflict between the modern world and the ancient world. Put in his own words:

The end of an age, which always receives the revelation of the character of the next age, is represented by the coming of one gyre to its place of greatest expansion and of the other to its place of greatest contraction… The revelation [that] approaches will… take its character from the contrary movement of the interior gyre…

The Second Coming

Turning and turning in the widening gyre
The falcon cannot hear the falconer;
Things fall apart; the centre cannot hold;
Mere anarchy is loosed upon the world,
The blood-dimmed tide is loosed, and everywhere
The ceremony of innocence is drowned;
The best lack all conviction, while the worst
Are full of passionate intensity.


Surely some revelation is at hand;
Surely the Second Coming is at hand.
The Second Coming! Hardly are those words out
When a vast image out of Spiritus Mundi
Troubles my sight: somewhere in sands of the desert
A shape with lion body and the head of a man,
A gaze blank and pitiless as the sun,
Is moving its slow thighs, while all about it
Reel shadows of the indignant desert birds.
The darkness drops again; but now I know
That twenty centuries of stony sleep
Were vexed to nightmare by a rocking cradle,
And what rough beast, its hour come round at last,
Slouches towards Bethlehem to be born?

Κώστας Καρυωτάκης:Πεζή μετάφραση του ποιήματος «La voix»- Η Φωνή



Η κούνια μου ακουμπούσε στη βιβλιοθήκη, Βαβήλ σκοτεινόν, όπου μυθιστόρημα, επιστήμη, μυθολογία, τα πάντα, η λατινική τέφρα και η ελληνική σκόνη, ανακατευόσαντε. Δεν ήμουν μεγαλύτερος από ένα βιβλίο.

Δύο φωνές μου μιλούσαν. Η πρώτη, ύπουλη και σταθερή, έλεγε: «Η Γη είναι ένα γλύκισμα ωραίο· μπορώ (και η ευχαρίστηση σου θα ‘ναι τότε χωρίς τέλος!) να σου δώσω μιαν όρεξη παρόμοια μεγάλη». Και η δεύτερη: «Ελα! ω, έλα στο ταξίδι των ονείρων, πέρα από το δυνατό, πέρα από το γνωρισμένο!». Και η φωνή αυτή ετραγουδούσε όπως ο άνεμος στις ακρογιαλιές, φάντασμα που κλαυθμυρίζει και κανείς δεν ξέρει πούθε ήρθε, που χαϊδεύει το αυτί κι όμως τρομάζει. Σου απάντησα: «Ναι! γλυκιά φωνή!».

Από τότε κρατάει αυτό που μπορεί, αλίμονο! να ειπωθεί πληγή μου και πεπρωμένο μου. Πίσω από τις σκηνοθεσίες της απεράντου υπάρξεως, στο μελανότερο της αβύσσου, βλέπω καθαρά κόσμους παράξενους, και, θύμα εκστατικό της οξυδέρκειάς μου, σέρνω φίδια που μου δαγκάνουν τα πόδια. κι από εκείνο τον καιρό αγαπώ τόσο τρυφερά, καθώς οι προφήτες, την έρημο και τη θάλασσα, γελώ στα πένθη κλαίω στις γιορτές, βρίσκω μια γεύση γλυκιά στο πικρό κρασί, νομίζω πολλές φορές για ψέματα τις αλήθειες, και, με τα μάτια στον ουρανό, πέφτω σε γκρεμούς.

Αλλά η Φωνή με παρηγορεί και λέει: «Κράτησε τα όνειρά σου· οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς!»

                                                                                                          CHARLES BAUDELAIRE


Charles Baudelaire’s La Voix/The Voice


The first edition of Les Fleurs  du mal with author’s notes

Henri Matisse – portrait de Baidelaire


La Voix

Mon berceau s’adossait à la bibliothèque,
Babel sombre, où roman, science, fabliau,
Tout, la cendre latine et la poussière grecque,
Se mêlaient. J’était haut comme un in-folio.
Deux voix me parlaient. L’une, insidieuse et ferme,
Disait: «La Terre est un gâteau plein de douceur;
Je puis (et ton plaisir serait alors sans terme!)
Te faire un appétit d’une égale grosseur.»
Et l’autre: «Viens! oh! viens voyager dans les rêves,
Au delà du possible, au delà du connu!»
Et celle-là chantait comme le vent des grèves,
Fantôme vagissant, on ne sait d’où venu,
Qui caresse l’oreille et cependant l’effraie.
Je te répondis: «Oui! douce voix!» C’est d’alors
Que date ce qu’on peut, hélas! nommer ma plaie
Et ma fatalité. Derrière les décors
De l’existence immense, au plus noir de l’abîme,
Je vois distinctement des mondes singuliers,
Et, de ma clairvoyance extatique victime,
Je traîne des serpents qui mordent mes souliers.
Et c’est depuis ce temps que, pareil aux prophètes,
J’aime si tendrement le désert et la mer;
Que je ris dans les deuils et pleure dans les fêtes,
Et trouve un goût suave au vin le plus amer;
Que je prends très souvent les faits pour des mensonges,
Et que, les yeux au ciel, je tombe dans des trous.
Mais la voix me console et dit: «Garde tes songes:
Les sages n’en ont pas d’aussi beaux que les fous!»

Charles Baudelaire


The Voice

The back of my crib was against the library,
That gloomy Babel, where novels, science, fabliaux,
Everything, Latin ashes and Greek dust,
Were mingled. I was no taller than a folio.
Two voices used to speak to me. One, sly and firm,
Would say: «The Earth’s a cake full of sweetness;
I can (and then there’d be no end to your pleasure!)
Give you an appetite of equal size.»
And the other: «Come travel in dreams
Beyond the possible, beyond the known!»
And it would sing like the wind on the strand,
That wailing ghost, one knows not whence it comes,
That caresses the ear and withal frightens it.
I answered you: «Yes! gentle voice!» It’s from that time
That dates what may be called alas! my wound
And my fatality. Behind the scenes
Of life’s vastness, in the abyss’ darkest corner
I see distinctly bizarre worlds,
And ecstatic victim of my own clairvoyance,
I drag along with me, serpents that bite my shoes.

And it’s since that time that, like the prophets,
I love so tenderly the desert and the sea;
That I laugh at funerals and weep at festivals
And find a pleasant taste in the most bitter wine;
That very often I take facts for lies
And that, my eyes raised heavenward, I fall in holes.
But the Voice consoles me and it says: «Keep your dreams;
Wise men do not have such beautiful ones as fools!»

— William Aggeler, The Flowers of Evil (Fresno, CA: Academy Library Guild, 1954)


Source and two more translations in english:


Phenomenal Woman BY MAYA ANGELOU


An ispirational poem in honor of all women in this world who may not be  beautiful on the outside, compared to society’s standards,  but have an inner beauty that makes them glow in confidence and lead the way for us to follow.  International Women’s Day,  dedicated  to all women who tried to make a difference in this world.


Maya Angelou

Phenomenal Woman
Pretty women wonder where my secret lies.
I’m not cute or built to suit a fashion model’s size
But when I start to tell them,
They think I’m telling lies.
I say,
It’s in the reach of my arms,
The span of my hips,
The stride of my step,
The curl of my lips.
I’m a woman
Phenomenal woman,
That’s me.
I walk into a room
Just as cool as you please,
And to a man,
The fellows stand or
Fall down on their knees.
Then they swarm around me,
A hive of honey bees.
I say,
It’s the fire in my eyes,
And the flash of my teeth,
The swing in my waist,
And the joy in my feet.
I’m a woman
Phenomenal woman,
That’s me.
Men themselves have wondered
What they see in me.
They try so much
But they can’t touch
My inner mystery.
When I try to show them,
They say they still can’t see.
I say,
It’s in the arch of my back,
The sun of my smile,
The ride of my breasts,
The grace of my style.
I’m a woman
Phenomenal woman,
That’s me.
Now you understand
Just why my head’s not bowed.
I don’t shout or jump about
Or have to talk real loud.
When you see me passing,
It ought to make you proud.
I say,
It’s in the click of my heels,
The bend of my hair,
the palm of my hand,
The need for my care.
’Cause I’m a woman
Phenomenal woman,
That’s me.

Μέθα, Μεθύστε



Édouard Manet, Le Déjeuner sur l’herbe (1863)


Ἂν κάποτε στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ, στὸ πράσινο γρασίδι
μιᾶς τάφρου, στὴ μουντὴ μοναξιὰ τοῦ δωματίου σου,
ξυπνήσεις ξεμέθυστος πιά, ῥώτα τὸν ἄνεμο, ῥώτα τὸ κύμα,
τὸ πουλί, τὸ ῥολόι, κάθε τι ποὺ φεύγει,
κάθε τι ποὺ στενάζει, κάθε τι ποὺ κυλάει, ποὺ τραγουδάει,
ποὺ μιλάει· ῥώτα τί ὥρα εἶναι;
Κι ὁ ἄνεμος, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ῥολόι,
θὰ σοῦ ἀπαντήσουν: Εἶναι ἡ ὥρα τῆς μέθης!
Γιὰ νὰ γίνεις ὁ μαρτυρικὸς σκλάβος τοῦ χρόνου,
μέθα· μέθα ἀδιάκοπα!
Ἀλλὰ μὲ τί; Μὲ ῥακή, μὲ κρασί, μὲ ποίηση, μὲ ἀρετή…
-Μὲ ὅ,τι θέλεις, ἀλλὰ μέθα!…


Πρέπει νά ῾σαι πάντα μεθυσμένος.
Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία: εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα.
Γιὰ νὰ μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου
ποὺ σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στὴ γῆ,
πρέπει νὰ μεθᾶτε ἀδιάκοπα. Ἀλλὰ μὲ τί;
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.
Ἀλλὰ μεθύστε.

Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ,
στὸ πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιοῦ,
μέσα στὴ σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας,
ξυπνᾶτε, μὲ τὸ μεθύσι κιόλα ἐλαττωμένο ἢ χαμένο,
ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
τὸ κάθε τι ποὺ φεύγει, τὸ κάθε τι ποὺ βογκᾶ,
τὸ κάθε τι ποὺ κυλᾶ, τὸ κάθε τι ποὺ τραγουδᾶ,
ρωτῆστε τί ὥρα εἶναι,
καὶ ὁ ἀέρας, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
θὰ σᾶς ἀπαντήσουν:

-Εἶναι ἡ ὥρα νὰ μεθύσετε!

Γιὰ νὰ μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρὶς διακοπή!

Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.

Σὰρλ Μπωντλαίρ

Διαβάστε περισσότερα ποιήματα:

Fleurs du mal / Flowers of Evil: