«The Voice Imitator»by Thomas Bernhard: Five «short stories»

Standard

567x567x2

Η συμβολή μου σήμερα στην Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου. Πολλά θα γραφτούν, και τα πάντα έχουν, σχεδόν, ειπωθεί σχετικά με τους ορίζοντες που  η ανάγνωση βιβλίων ανοίγει, τον πλούτο γνώσης και εμπειριών που χαρίζουν, και την ικανοποίηση που αντλούμε, αστείρευτα. Στο βαθμό που ο χρόνος μας  το επιτρέπει και οι υποχρεώσεις δεν μας το  απαγορεύουν – στην έκταση που θα θέλαμε – η συντροφιά του βιβλίου είναι μοναδική, αδιαμφισβήτητα.  Ένα βιβλίο με διηγήματα ή «μικρές ιστορίες» μπορεί να είναι η απάντηση και στις περιόδους που η ζωή κυλά με φρενήρεις ρυθμούς και η φράση «μα δεν προλαβαίνω ούτε να ανοίξω το βιβλίο, πόσο μάλλον να το διαβάσω» είναι μόνιμα «κολλημένη» στα χείλη μας. Αυτό, μπορούμε εύκολα να το πετύχουμε, και το αποτέλεσμα είναι  μαγικά ικανοποιητικό.

«The Voice Imitator works as a mini-anthology of Bernhard’s obsessions with political corruption, madness, murder, and the inability of language to capture, or relieve, the absurdity of life.…A highly artistic undertaking.»—Peter Filkins, New York Times Book Review

Pisa and Venice

The mayors of Pisa and Venice had agreed to scandalize visitors to their cities, who had for centuries been equally charmed by Venice and Pisa, by secretly and overnight having the tower of Pisa moved to Venice and the campanile of Venice moved to Pisa and set up there. They could not, however, keep their plan a secret, and on the very night on which they were going to have the tower of Pisa moved to Venice and the campanile of Venice moved to Pisa they were committed to the lunatic asylum, the mayor of Pisa in the nature of things to the lunatic asylum in Venice and the mayor of Venice to the lunatic asylum in Pisa. The Italian authorities were able handle the affair in complete confidentiality.

 

The Tables Turned

Even though I have always hated zoological gardens and actually find that my suspicions are aroused by people who visit zoological gardens, I still could not avoid going out to Schönbrunn on one occasion and, at the request of my companion, a professor of theology, standing in front of the monkeys’ cage to look at the monkeys, which my companion fed with some food he had brought with him for the purpose. The professor of theology, an old friend of mine from the university, who had asked me to go to Schönbrunn with him had, as time went on, fed all the food he had brought with him to the monkeys, when suddenly the monkeys, for their part, scratched together all the food that had fallen to the ground and offered it to us through the bars. The professor of theology and I were so startled by the monkeys’ sudden behavior that in a flash we turned on our heels and left Schönbrunn through the nearest exit.

 

Hotel Waldhaus

We had no luck with the weather and the guests at our table were repellent in every respect. They even spoiled Nietzsche for us. Even after they had had a fatal car accident and had been laid out in the church in Sils, we still hated them.

 

Warning

A businessman from Koblenz had made his life’s dream come true by visiting the pyramids of Giza and was forced, after he had done visiting the pyramids, to describe his visit as the greatest disappointment of his life, which I understand, for I myself was in Egypt last year and was disappointed above all by the pyramids. However, whereas I very quickly overcame my disappointment, the Koblenz businessman. took vengeance for his disappointment by placing, for months on end, full-page advertisements in all the major newspapers in Germany, Switzerland, and Austria, warning all future visitors to Egypt against the pyramids and especially against the pyramids of Cheops, which had disappointed him most deeply, more than all the others. The Koblenz businessman used up his resources in a very short time by these—as he called them—anti-Egypt and anti-pyramid advertisements and plunged himself into total penury. In the nature of things, his advertisements did not have the influence upon people that he had hoped for; on the contrary, the number of visitors to Egypt this year, as opposed to last year, has doubled.

 

True Love

An Italian who owns a villa in Riva on Lake Garda and can live very comfortably on the interest from the estate his father left him has, according to a report in La Stampa, been living for the last twelve years with a mannequin. The inhabitants of Riva report that on mild evenings they have observed the Italian, who is said to have studied art history, boarding a glass-domed deluxe boat, which is moored not far from his home, with the mannequin to take a ride on the lake. Described years ago as incestuous in a reader’s letter addressed to the newspaper published in Desencano, he had applied to the appropriate civil authorities for permission to marry his mannequin but was refused. The church too had denied him the right to marry his mannequin. In winter he regularly leaves Lake Garda in mid-December and goes with his beloved, whom he met in a Paris shop-window, to Sicily, where he regularly rents a room in the famous Hotel Timeo in Taormina to escape from the cold, which, all assertions to the contrary, gets unbearable on Lake Garda every year after mid-December.

http://www.press.uchicago.edu  (source)

 

Μπέρτολτ Μπρεχτ γεννήθηκε σαν σήμερα! (10. 2. 1898 – 14. 8. 1956)

Standard

IMG_1217-1

Εγκώμιο στη μάθηση

Μάθαινε και τ’ απλούστερα! Γι’ αυτούς
που ο καιρός τους ήρθε
ποτέ δεν είναι πολύ αργά!
Μάθαινε το αβγ, δε σε φτάνει, μα συ
να το μαθαίνεις! Μη σου κακοφανεί!
Ξεκίνα! Πρέπει όλα να τα ξέρεις!
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Μάθαινε, άνθρωπε στο άσυλο!
Μάθαινε, άνθρωπε στη φυλακή!
Μάθαινε, γυναίκα στην κουζίνα!
Μάθαινε, εξηντάχρονε!
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Ψάξε για σχολείο, άστεγε!
Προμηθεύσου γνώση, παγωμένε!
Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν’ ένα όπλο.
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Μην ντρέπεσαι να ρωτήσεις, Σύντροφε!

Λυκ Μποντύ Ψευδοεξομολογήσεις του Πιερ Ντε Μαριβώ 12 – 14 Ιουνίου, 21:00 (14/6 στις 14:00) Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών

Standard

1 - Les Fausses Confidences - de gd Bernard Verley, Isabelle Huppert, Louis Garrel (c) Pascal Victor_685x300

Tαυτισμένος με τη «μεταφυσική της καρδιάς», ο Μαριβώ αποθεώνει τη στρατηγική του αιφνιδιασμού και της δοκιμασίας, ενώ εμμέσως υπογραμμίζει τις κοινωνικές ανισότητες. Στις Ψευδοεξομολογήσεις (1737) ο φτωχός Ντοράντ ερωτεύεται την πλούσια χήρα Αραμίντ και ένας υπηρέτης συνεισφέρει στον θρίαμβο του έρωτα.

Ο Λυκ Μποντύ, σκηνοθέτης με σημαντική συμβολή στην ευρωπαϊκή σκηνή, συστήνεται στο ελληνικό κοινό με μια παράσταση απαλλαγμένη από στερεότυπα, που μεταφέρει το κείμενο στο σήμερα. Αναδεικνύoντας την εκφραστική κομψότητα του marivaudage, αλλά και τις σιωπές, βασίζεται στις λαμπρές ερμηνείες, με κορυφαία αυτήν της Ιζαμπέλ Υππέρ, που μεταβαίνει αριστοτεχνικά από το ένα συναίσθημα στο άλλο. (http://www.greekfestival.gr/gr/event513-lyk-bonty-.htm)

Η Ιζαμπέλ Ιπέρ, ερωτικό θύμα του Μαριβό http://www.efsyn.gr/?p=167783

Η Ιζαμπέλ Ιπέρ στη λεωφόρο Συγγρού (Η παράσταση του Λικ Μποντί με το έργο «Ψευδοεξομολογήσεις» του Μαριβό στο Φεστιβάλ Αθηνών και στη Στέγη Γραμμάτων. Μια πολυαναμενόμενη παραγωγή) http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=603254

Το έργο των πολλαπλών διαδρομών

Standard

Άν κάποιος με ρωτούσε «τι είναι ο Φάουστ«, θα του έδινα μία και μοναδική απάντηση: «είναι ό,τι βλέπεις». Γιατί ο Φάουστ έχει τόσο πολλές διαδρομές, τέτοιο πλήθος από περιπέτειες, ώστε είναι αδύνατο να τις συνοψίσει κανείς σε μια εξήγηση, ακόμα και σε μια παράσταση. Κατ’ αρχήν, ο Φάουστ είναι ένας παλιός μεσαιωνικός μύθος γύρω από τη σύγκρουση του Καλού με το Κακό, του Θεού με τον Σατανά. Το «πειραματόζωο» στη σύγκρουση αυτή ονομάζεται Φάουστ. Ο Γκαίτε δανείζεται το μύθο, τον διευρύνει και του δίνει διαστάσεις μιας «ανθρώπινης τραγωδίας». Τι είναι, λοιπόν, ο Φάουστ του Γκαίτε; Κατ’ αρχήν είναι η τραγωδία ενός σοφού, ενός «πνευματικού ανθρώπου», ο οποίος στη δύση της ζωής του συνειδητοποιεί ότι αφιερώθηκε στη μελέτη και στο πνεύμα και δεν γεύτηκε καμιά από τις χαρές της ζωής. Όπως συμβαίνει συχνά με τους ανθρώπους, ο Φάουστ εκφράζει, κατόπιν εορτής, το διακαή πόθο να ξαναρχίσει τη ζωή του, αλλά να την αφιερώσει αυτή τη φορά στις γήινες απολαύσεις. Ο Σατανάς, που ακούει την επιθυμία του,εμφανίζεται και του προτείνει μια συναλλαγή: εκείνος θα του ξαναδώσει τη νεότητά του και τις γήινες απολαύσεις που στερήθηκε, με αντάλλαγμα να αποκτήσει την ψυχή του Φάουστ μετά το θάνατό του. Ο Φάουστ είναι, όμως, και η αφορμή ενός στοιχήματος ανάμεσα στον Θεό και στον Σατανά-Μεφιστοφελή. Ο Μεφιστοφελής υποστηρίζει ότι μπορεί να αποπλανήσει τον πνευματικά πιο εξοπλισμένο και σαρκικά πιο αποξενωμένο δούλο του Θεού, τον Φάουστ, και να τον παρασύρει στο δρόμο της αμαρτίας. Ο Θεός υποστηρίζει πως, όσο και αν προσπαθήσει, ο Φάουστ δεν θα εξοκείλει και στο τέλος θα σώσει την ψυχή του. Μέσα από αυτό το στοίχημα, ο Γκαίτε περιγράφει την περίπλοκη διαδρομή της σύγκρουσης ανάμεσα στην αμαρτία και την αρετή, εν τέλει τη μακρά διαδρομή της αναζήτησης μιας σχέσης του ατόμου με την ψυχή του. Παράλληλα, ο Φάουστ είναι και η ιστορία ενός μεγάλου έρωτα, ανάμεσα σε έναν άντρα που «νεάζει», αφού πρώτα γέρασε, και σε μια νεαρή και αθώα κοπέλα, τη Μαργαρίτα. Το συναρπαστικό στον έρωτα Φάουστ-Μαραγαρίτας είναι ότι οι έννοιες καλού-κακού και αρετής-αμαρτίας αντιστρέφονται. Η ενάρετη είναι η Μαργαρίτα, ο αμαρτωλός είναι ο Φάουστ. Ο Γκαίτε ονομάζει το έργο του «μια τραγωδία», ίσως γιατί πίστευε ότι ο διχασμός του ατόμου, ανάμεσα στο επίγειο και στο επουράνιο, ανάμεσα στη σάρκα και στο πνεύμα, είναι ένας άλυτος διχασμός και από εκεί ξεκινά η ανθρώπινη τραγωδία. Τι είναι, λοιπόν, ο Φάουστ; Διαλέγετε και παίρνετε. Πέτρος Μάρκαρης

(Απόσπασμα από το πρώτο μέρος της
τραγωδίας του Γκαίτε).

«Τόλμα τις πύλες ν’ ανοίξεις με ορμή»

«Οταν με τόλμη τα φτερά ανοίγει
η φαντασία
Kαι στο αιώνιο προσδοκά ν’ ανυψωθεί
Μια στάλα τόπος μπορεί να της αρκεί,
Μόλις στη δίνη των καιρών χάσει
την ευτυχία.
Η έγνοια βαθιά μες στην καρδιά φωλιάζει,
Kρυφές πληγές σκάβει και μας σπαράζει.
Μας κλέβει κάθε μας χαρά και κάθε ηρεμία
Kαι πάντοτε σκεπάζεται με νέα προσωπεία.
Πότε χωράφι, σπίτι κ’ οικογένεια εμφανίζει,
Αλλοτε δηλητήριο, μαχαίρι και φωτιά,
Τρέμει κανείς το άγνωστο με κάθε του
ματιά,
Kι ό,τι δεν έχασε, με δάκρυ το ποτίζει.
Δε μοιάζω στους Θεούς! Προχώρησα πολύ!
Με το σκουλήκι μοιάζω, που σκάβει μες στη γη.
Σ’ αυτό που σέρνεται και ζει μέσα
στη σκόνη,
Ωσπου αγνώστου πέλμα με βία το σκοτώνει!
Δεν είναι σκόνη, αυτός ο τοίχος ο ψηλός,
που με χιλιάδες ράφια με πλακώνει;
Η ανόητη φλυαρία που με ζώνει
και προς τον σκώρο με σπρώχνει διαρκώς;
Εδώ θα βρω, ό,τι δεν έμαθα με τόσους
κόπους;
Θα ξεφυλλίζω τόμους τα βιβλία,
Για να δω πως τυραννία βασανίζει τους
ανθρώπους
Τόλμα τις πύλες ν’ ανοίξεις με ορμή,
Που τις κοιτά κανείς, μα δεν τις πλησιάζει,
Ηρθε η ώρα να δείξεις με πυγμή,
Πως ο άνθρωπος μπροστά στο θείο δε
δειλιάζει:
Μην τρέμεις μπροστά στη σκοτεινή σπηλιά,
Που σε κατάρα μετατρέπει την κάθε
φαντασία,
Μα να περνάς, χωρίς να δίνεις σημασία,
Από το στόμιο που ξερνά της κόλασης
φωτιά –
Με διαύγεια το βήμα να τολμήσεις,
Εστω και στο Μηδέν αν τερματίσεις!»

via ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Μιχαήλ Μαρμαρινός | «Φάουστ» του Γκαίτε 15 Ιανουαρίου – 2 Φεβρουαρίου 2014, 8μμ

Standard

Αντλώντας το υλικό του από το έργο-κοιτίδα του νεότερου ευρωπαϊκού πνεύματος, τον Φάουστ του Johann Wolfgang von Goethe, στην έμμετρη μετάφραση του Πέτρου Μάρκαρη, έχοντας επισκεφτεί τον προγενέστερο Δόκτορα Φάουστους του Christopher Marlowe και αξιοποιώντας τόσο τις μεταμορφώσεις του μύθου όσο και μια σειρά από διακειμενικές αναφορές, μεταγραφές, ίσως και προσωπικές αφηγήσεις και ομολογίες, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δημιουργεί μια παράσταση-περιπέτεια στο βυθό της Δυτικής ποίησης, φιλοσοφίας και ιστορίας, αλλά και της ανθρώπινης ψυχής. Η παράσταση εξελίσσεται σε απροσδόκητους χώρους της Στέγης από έναν εξαιρετικό θίασο, με τον Ακύλλα Καραζήση στις διαδρομές του Φάουστ.

http://www.sgt.gr/gr/programme/event/1208

Beckett’s “Waiting for Godot”: (tragicomedy in 2 acts)

Standard

B1

A Reluctant Subject: Portraits of Samuel Beckett

In contrast to the minimalism of his plays, Beckett himself led a rich life. An Irishman in Paris, he met James Joyce in the nineteen-twenties, and the author took Beckett under his wing as a research assistant for a book that eventually became “Finnegans Wake.” Among the most famous chapters in Beckett’s colorful biography are his near-fatal stabbing by a notorious Parisian pimp and his time in the French Resistance. Fleeing the Gestapo, he and his lifelong partner, Suzanne Déchevaux-Dumesnil, spent several weeks travelling on foot at night and sleeping during the day, an experience that may have served, at least in part, as the inspiration for “Godot.”

Beckett was so intensely private that when he won the Nobel Prize in Literature, in 1969, Déchevaux-Dumesnil called it “a catastrophe.” The critic Brooks Atkinson, reviewing “Godot” in the Times, in 1956, called the play “a mystery wrapped in an enigma,” and the same could be said of Beckett. For photographers, this made him an especially appealing subject.

Steve Schapiro shadowed Beckett during the production of the playwright’s movie “Film,” in 1964. Shapiro told me, “Beckett seemed introspective and engrossed in his own world. Most of the time, I doubted that he was even aware I was there, and I am sure cared less. For me, this was ideal …. As introverted and taciturn as he was reputed to be, he was thoroughly engaged in the art of filmmaking. Nothing escaped his eye. He was attentive to every small detail, examined each prop, sometimes even with a magnifying glass. He studied everything. The parrot in the cage and the dog and cat in the basket delighted him. He spent many hours observing their movements.”

Jane Bown’s photograph of Beckett emerging from the shadow of a theatre door was taken under slightly more duress. She had been sent by The Observer to photograph Beckett while he directed Billy Whitelaw in “Happy Days,” at The Royal Court, in 1976. Beckett had agreed to a photo, but as Bown waited in the theatre a stagehand slipped her a note saying that Beckett had changed his mind, and that the portrait was off. Bown’s “blood was up,” so when Beckett left she slipped around to the back door, camera in hand. She promised him that it would only take three frames. He allowed her five.

Dmitri Kasterine’s contemplative portrait of Beckett was taken in London, in 1965, at a rehearsal for “Beginning To End,” a BBC Television production that Beckett wrote for the actor Jack MacGowran. “Beckett observed acutely,” Kasterine told me, “never taking his eyes off the actors or director, but saying very little. I gave no directions while taking the picture. When they broke for lunch, we went to a local pub where Beckett drank Guinness and played bar billiards—he beat everyone.” (via http://www.newyorker.com)

80528f

“AN ENTIRELY NEW THEATRICAL LANGUAGE”: FIRST EDITION IN ENGLISH OF BECKETT’S WAITING FOR GODOT
BECKETT, Samuel. Waiting for Godot. New York: Grove, (1954). Octavo, original debossed black cloth, original dust jacket. $4800.
First edition in English, translated by Beckett from the original French, in scarce dust jacket.

“One of the most influential plays of the post-war period” and a central document of the Absurdist school, Waiting for Godot earned Beckett worldwide acclaim (Drabble, 1038). “Beckett’s work invented an entirely new theatrical language, palpable and comprehensible images of the absurd, and unforgettable metaphors of the human condition” (Hollier, 1010). En attendant Godot was written in 1946 but not published until the 1952 Paris first edition. “The date of its first [Paris] performance—Jan. 3, 1953—would be pricked out in gold in the annals of the stage…There is something of everyone in this play, and something of everywhere, too. That is why what it has to offer is a landmark in life” (New York Times). Issued simultaneously by Grove Press in both hard cover binding with dust jacket and in paper wrappers; this first American edition is the first in English, preceding the London edition by two years. Mahaffey, 217. Lake, 132-133. (via http://www.baumanrarebooks.com)

Waiting for Godot (tragicomedy in 2 acts by Samuel Beckett)
Act I: http://samuel-beckett.net/Waiting_for_Godot_Part1.html

Act II: http://samuel-beckett.net/Waiting_for_Godot_Part2.html