Αστικό τοπίο

Standard


Ο χιονιάς πέρασε και μας έμεινε η παλέτα και το απέραντο της θάλασσας που «περικλείει όλα τα μυστήρια και ξέρει όλα τα παιχνίδια , είναι παμπάλαια και απίστευτα νέα….»

Advertisements

Μέθα, Μεθύστε

Standard

800px-edouard_manet_-_le_dejeuner_sur_lherbe

Édouard Manet, Le Déjeuner sur l’herbe (1863)

Μέθα

Ἂν κάποτε στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ, στὸ πράσινο γρασίδι
μιᾶς τάφρου, στὴ μουντὴ μοναξιὰ τοῦ δωματίου σου,
ξυπνήσεις ξεμέθυστος πιά, ῥώτα τὸν ἄνεμο, ῥώτα τὸ κύμα,
τὸ πουλί, τὸ ῥολόι, κάθε τι ποὺ φεύγει,
κάθε τι ποὺ στενάζει, κάθε τι ποὺ κυλάει, ποὺ τραγουδάει,
ποὺ μιλάει· ῥώτα τί ὥρα εἶναι;
Κι ὁ ἄνεμος, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ῥολόι,
θὰ σοῦ ἀπαντήσουν: Εἶναι ἡ ὥρα τῆς μέθης!
Γιὰ νὰ γίνεις ὁ μαρτυρικὸς σκλάβος τοῦ χρόνου,
μέθα· μέθα ἀδιάκοπα!
Ἀλλὰ μὲ τί; Μὲ ῥακή, μὲ κρασί, μὲ ποίηση, μὲ ἀρετή…
-Μὲ ὅ,τι θέλεις, ἀλλὰ μέθα!…

Μεθύστε

Πρέπει νά ῾σαι πάντα μεθυσμένος.
Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία: εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα.
Γιὰ νὰ μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου
ποὺ σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στὴ γῆ,
πρέπει νὰ μεθᾶτε ἀδιάκοπα. Ἀλλὰ μὲ τί;
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.
Ἀλλὰ μεθύστε.

Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ,
στὸ πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιοῦ,
μέσα στὴ σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας,
ξυπνᾶτε, μὲ τὸ μεθύσι κιόλα ἐλαττωμένο ἢ χαμένο,
ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
τὸ κάθε τι ποὺ φεύγει, τὸ κάθε τι ποὺ βογκᾶ,
τὸ κάθε τι ποὺ κυλᾶ, τὸ κάθε τι ποὺ τραγουδᾶ,
ρωτῆστε τί ὥρα εἶναι,
καὶ ὁ ἀέρας, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
θὰ σᾶς ἀπαντήσουν:

-Εἶναι ἡ ὥρα νὰ μεθύσετε!

Γιὰ νὰ μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρὶς διακοπή!

Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.

Σὰρλ Μπωντλαίρ

Διαβάστε περισσότερα ποιήματα:
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/charles_baudelaire_poems.htm

Fleurs du mal / Flowers of Evil:
http://fleursdumal.org/1868-table-of-contents

Ἀλεξάντερ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын): Ἡ λίμνη Σεγκντέν

Standard

6333899123_66006ee392.jpg

Ἡ λίμνη Σεγκντέν   (Озеро Сегден)

 

ΓΙΑ ΤΗ ΛΙΜΝΗ ΑΥΤΗ δὲν γρά­φουν οὔ­τε μι­λοῦν φω­να­χτά. Κι ὅ­λοι οἱ δρό­μοι ποὺ ὁ­δη­γοῦν σ’ αὐ­τὴν εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­σμέ­νοι, σὰ νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ κά­ποι­ο μα­γι­κὸ κά­στρο. Πά­νω ἀ­π’ ὅ­λους τοὺς δρό­μους κρέ­με­ται μιὰ ἀ­πα­γο­ρευ­τι­κὴ πι­να­κί­δα, μὲ μιὰ ἁ­πλή, βου­βὴ γραμ­μή. Ὁ ἄν­θρω­πος ἢ τὸ ἄ­γριο ζῶ­ο ποὺ θὰ δοῦν στὸν δρό­μο τους αὐ­τὴ τὴ γραμ­μὴ θὰ πρέ­πει νὰ τὸ στρί­βουν. Τού­τη τὴ γραμ­μὴ τὴν το­πο­θε­τεῖ ἐ­κεῖ ἡ ἐ­πί­γεια ἐ­ξου­σί­α. Ση­μαί­νει: ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται τὸ τα­ξι­δεύ­ειν, ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται τὸ ἵ­πτα­σθαι, ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται τὸ βα­δί­ζειν καὶ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται τὸ ἕρ­πειν.

Δί­πλα στοὺς δρό­μους, μέ­σα στὸ πυ­κνὸ πευ­κο­δά­σος, ἐ­νε­δρεύ­ουν φρου­ροὶ μὲ κον­τό­κα­να, πλα­τύ­στο­μα του­φέ­κια καὶ πι­στό­λια.

Τρι­γυρ­νᾶς μέ­σα στὸ σι­ω­πη­λὸ δά­σος, ὁ­λο­έ­να τρι­γυρ­νᾶς καὶ γυ­ρεύ­εις τὸν τρό­πο νὰ φτά­σεις στὴ λί­μνη – δὲν θὰ τὸν βρεῖς, καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νεὶς νὰ ρω­τή­σεις: ὁ κό­σμος τρό­μα­ξε, κα­νεὶς δὲν συ­χνά­ζει σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ δά­σος. Καὶ μο­να­χὰ παίρ­νον­τας στὸ κα­τό­πι τὸν ὑ­πό­κω­φο ἦ­χο ἀ­πὸ τὸ κου­δου­νά­κι μιᾶς ἀ­γε­λά­δας θὰ μπο­ρέ­σεις νὰ δι­α­σχί­σεις μὲ δυ­σκο­λί­α τὸ δά­σος, ἀ­κο­λου­θών­τας τὸ μο­νο­πά­τι τῶν ζώ­ων, μιὰ ὥ­ρα τοῦ με­ση­με­ριοῦ, κά­ποι­α βρο­χε­ρὴ ἡ­μέ­ρα. Μό­λις δεῖς τὴ λί­μνη νὰ γυ­α­λί­ζει, πε­λώ­ρια, ἀ­νά­με­σα στοὺς κορ­μοὺς τῶν δέν­δρων, πο­λὺ πρὶν τρέ­ξεις πρὸς τὸ μέ­ρος της, ἤ­δη τὸ γνω­ρί­ζεις: αὐ­τὴ τὴ γω­νί­τσα πά­νω στὴ γῆ θὰ τὴν ἀ­γα­πή­σεις γιὰ ὅ­λη σου τὴ ζω­ή.

Ἡ λί­μνη Σεγ­κντὲν εἶ­ναι στρογ­γυ­λή, σὰν νὰ χα­ρά­χτη­κε μὲ δι­α­βή­τη. Ἂν φω­νά­ξεις ἀ­πὸ τὴ μί­α ὄ­χθη (ὅ­μως δὲν θὰ φω­νά­ξεις, γιὰ νὰ μὴν σὲ πά­ρουν χαμ­πά­ρι), στὴν ἄλ­λη ὄ­χθη θὰ φτά­σει μό­νο μιὰ ἀλ­λοι­ω­μέ­νη ἠ­χώ. Ἡ λί­μνη βρί­σκε­ται μα­κριά. Εἶ­ναι πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸ πα­ρό­χθιο δά­σος. Τὸ δά­σος εἶ­ναι ἐ­πί­πε­δο, τὸ ἕ­να δέν­τρο εἶ­ναι δί­πλα στὸ ἄλ­λο, καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος οὔ­τε γιὰ ἕ­ναν πα­ρα­πα­νί­σιο κορ­μό. Ὅ­ταν φτά­σεις στὸ νε­ρό, βλέ­πεις ὅ­λη τὴν πε­ρι­φέ­ρεια τῆς ἀ­πο­μο­νω­μέ­νης ὄ­χθης: ἀλ­λοῦ ὑ­πάρ­χει μιὰ κί­τρι­νη λω­ρί­δα ἄμ­μου, κά­που ἕ­να γκρί­ζο κα­λα­μά­κι προ­βάλ­λει ἀ­μυ­νό­με­νο, κά­που ἀλ­λοῦ ἁ­πλώ­νε­ται τὸ νε­α­ρὸ γρα­σί­δι. Τὸ νε­ρὸ εἶ­ναι ἐ­πί­πε­δο, λεῖ­ο, δί­χως ρυ­τί­δες, κά­που-κά­που στὴν ὄ­χθη εἶ­ναι κα­λυμ­μέ­νο μὲ νε­ρο­φα­κές, κι ἔ­πει­τα ἕ­να δι­ά­φα­νο ἄ­σπρο – κι ὁ ἄ­σπρος βυ­θός.

Πε­ρί­κλει­στο τὸ νε­ρό. Πε­ρί­κλει­στο καὶ τὸ δά­σος. Ἡ λί­μνη κοι­τά­ει τὸν οὐ­ρα­νό, ὁ οὐ­ρα­νὸς τὴ λί­μνη. Ἀ­κό­μα κι ἂν κά­τι ὑ­πάρ­χει στὴ γῆ ἢ πά­νω ἀ­πὸ τὸ δά­σος, αὐ­τὸ πα­ρα­μέ­νει ἄ­γνω­στο κι ἀ­ό­ρα­το. Ἀ­κό­μα κι ἂν κά­τι ὑ­πάρ­χει, ἐ­δῶ εἶ­ναι ἄ­χρη­στο καὶ πε­ριτ­τό.

Νὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ ἐγ­κα­τα­στα­θεῖ ἐ­δῶ γιὰ πάν­τα… Ἐ­δῶ ἡ ψυ­χή, σὰν τὸν ἀ­έ­ρα ποὺ τρε­μί­ζει, θὰ ρυ­ά­κι­ζε ἀ­νά­με­σα στὸ νε­ρὸ καὶ στὸν οὐ­ρα­νό, κι οἱ σκέ­ψεις θὰ κυ­λοῦ­σαν κα­θά­ρι­ες καὶ βα­θει­ές.

Ὅ­μως ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται. Ὁ θη­ρι­ώ­δης πρίγ­κι­πας, ὁ ἀλ­λή­θω­ρος κα­κοῦρ­γος, κα­τέ­λα­βε μὲ τὴ βί­α τὴ λί­μνη: νά ἡ ντά­τσα του, νά καὶ τὸ μέ­ρος ὅ­που κο­λυμ­πά­ει. Τὰ παι­διά του ψα­ρεύ­ουν καὶ πυ­ρο­βο­λοῦν πά­πι­ες μέ­σα ἀ­πὸ τὴ βάρ­κα. Στὴν ἀρ­χὴ ἐμ­φα­νί­ζε­ται λί­γος γα­λά­ζιος κα­πνὸς πά­νω ἀ­πὸ τὴ λί­μνη, κι ἔ­πει­τα ἀ­πὸ λί­γο ἀ­κοῦς τὴν του­φε­κιά.

Ἐ­κεῖ, πί­σω ἀ­πὸ τὰ δά­ση, καμ­που­ριά­ζει καὶ σέρ­νε­ται ὅ­λη ἡ γύ­ρω πε­ρι­ο­χή. Ἐ­νῶ ἐ­δῶ, γιὰ νὰ μὴν τοὺς ἐ­νο­χλή­σει κα­νείς, οἱ δρό­μοι εἶ­ναι κλει­στοί, ἐ­δῶ οἱ ὑ­πο­τα­κτι­κοί τους ψα­ρεύ­ουν καὶ κυ­νη­γοῦν τὰ θη­ρά­μα­τα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γι’ αὐ­τούς. Ἰ­δοὺ καὶ τὰ ἴ­χνη: κά­ποι­ος ἑ­τοί­μα­ζε φω­τιά, κι αὐ­τοὶ τὴν ἔ­σβη­σαν μὲ τὴν πρώ­τη καὶ τὸν ἔ­δι­ω­ξαν.

Ἔ­ρη­μη λί­μνη. Λί­μνη ἀ­γα­πη­μέ­νη.

Πα­τρί­δα…

 

 

 

https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2016/08/31/aleksander-solzenitsin-i-limni-segknten/ (Source)

Σήμερα…

Standard

Προσπαθούν να τον προλάβουν, μα ο ήλιος τους ξεφεύγει. Στοχασμοί της παραλίας, η ξεκούραση του νου.

Βασιλικός…

Standard

 

img_3132-1

Συντροφιά, σπάνια, μαζί με την απόλαυση του καφέ. Εκεί που ανακατεύονται οι μυρουδιές, και μπερδεύεται η όσφρηση.