Bitter Lemons by Lawrence Durrell


Cloudy, rainy weather. Winter ante portas. Hot coffee and the wonderful autobiographical book by Lawrence Durrell from the days he spent on Cyprus.

Bitter Lemons

By Lawrence Durrell

In an island of bitter lemons
Where the moon’s cool fevers burn
From the dark globes of the fruit,

And the dry grass underfoot
Tortures memory and revises
Habits half a lifetime dead

Better leave the rest unsaid,
Beauty, darkness, vehemence
Let the old sea-nurses keep

Their memorials of sleep
And the Greek sea’s curly head
Keep its calms like tears unshed

Keep its calms like tears unshed.




Phenomenal Woman BY MAYA ANGELOU


An ispirational poem in honor of all women in this world who may not be  beautiful on the outside, compared to society’s standards,  but have an inner beauty that makes them glow in confidence and lead the way for us to follow.  International Women’s Day,  dedicated  to all women who tried to make a difference in this world.


Maya Angelou

Phenomenal Woman
Pretty women wonder where my secret lies.
I’m not cute or built to suit a fashion model’s size
But when I start to tell them,
They think I’m telling lies.
I say,
It’s in the reach of my arms,
The span of my hips,
The stride of my step,
The curl of my lips.
I’m a woman
Phenomenal woman,
That’s me.
I walk into a room
Just as cool as you please,
And to a man,
The fellows stand or
Fall down on their knees.
Then they swarm around me,
A hive of honey bees.
I say,
It’s the fire in my eyes,
And the flash of my teeth,
The swing in my waist,
And the joy in my feet.
I’m a woman
Phenomenal woman,
That’s me.
Men themselves have wondered
What they see in me.
They try so much
But they can’t touch
My inner mystery.
When I try to show them,
They say they still can’t see.
I say,
It’s in the arch of my back,
The sun of my smile,
The ride of my breasts,
The grace of my style.
I’m a woman
Phenomenal woman,
That’s me.
Now you understand
Just why my head’s not bowed.
I don’t shout or jump about
Or have to talk real loud.
When you see me passing,
It ought to make you proud.
I say,
It’s in the click of my heels,
The bend of my hair,
the palm of my hand,
The need for my care.
’Cause I’m a woman
Phenomenal woman,
That’s me.

Martin Luther King jr Day



On March 15, 1965, Archbishop Iakovos joined the Reverend Martin Luther King Jr. in Selma, Alabama to march on behalf of civil rights and to memorialize the slain Unitarian Universalist minister James Reeb. A controversial gesture at the time, Archbishop Iakovos nonetheless remained outspoken and resolute in his solidarity: «I came to this memorial service because I believe this is an appropriate occasion not only to dedicate myself as well as our Greek Orthodox communicants to the noble cause for which our friend, the Reverend James Reeb, gave his life; but also in order to show our willingness to continue this fight against prejudice, bias, and persecution.» He appears here with Dr. King on the cover of Life magazine.




Ένα κορίτσι που πουλάει φρέσκο γάλα καμήλας, προχωρά με την καμήλα της κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου στην Πεσαβάρ.


Writing about….Paestum or Poseidonia


The Doric temple of Hera, the wife of Zeus,  in Paestum, Italy, an outpost of ancient Greece.

The ceramic  ceremonial bust of the Goddess Hera. Classical period. Paestum,
Italy-Archaeological Museum of Paestum


The word ‘swastika’ is a Sanskrit word (‘svasktika’) meaning ‘It is’, ‘Well Being’, ‘Good Existence, and ‘Good Luck’. However, it is also known by different names  in different countries – like ‘Wan’ in China, ‘Manji’ in Japan, ‘Fylfot’ in England, ‘Hakenkreuz’ in Germany and ‘Tetraskelion’ or ‘Tetragammadion’ in Greece.

Even in the early twentieth century, the swastika was still a symbol with positive connotations.

For 3,000 years, the swastika meant life and good luck. But because of the Nazis, it has also taken on a meaning of death and hate

In the ancient Indian language of Sanskrit, swastika means «well-being». The symbol has been used by Hindus, Buddhists and Jains for millennia and is commonly assumed to be an Indian sign.

The Nazi use of the swastika stems from the work of 19th Century German scholars translating old Indian texts, who noticed similarities between their own language and Sanskrit. They concluded that Indians and Germans must have had a shared ancestry and imagined a race of white god-like warriors they called Aryans. German nationalist movements saw the swastika as the Germans’ link to the Aryan “master race” and a “symbol of ‘Aryan identity’ and German nationalist pride,” the Holocaust Museum says, and it soon “became associated with the idea of a racially ‘pure’ state.

Ἀλεξάντερ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын): Ἡ λίμνη Σεγκντέν



Ἡ λίμνη Σεγκντέν   (Озеро Сегден)


ΓΙΑ ΤΗ ΛΙΜΝΗ ΑΥΤΗ δὲν γρά­φουν οὔ­τε μι­λοῦν φω­να­χτά. Κι ὅ­λοι οἱ δρό­μοι ποὺ ὁ­δη­γοῦν σ’ αὐ­τὴν εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­σμέ­νοι, σὰ νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ κά­ποι­ο μα­γι­κὸ κά­στρο. Πά­νω ἀ­π’ ὅ­λους τοὺς δρό­μους κρέ­με­ται μιὰ ἀ­πα­γο­ρευ­τι­κὴ πι­να­κί­δα, μὲ μιὰ ἁ­πλή, βου­βὴ γραμ­μή. Ὁ ἄν­θρω­πος ἢ τὸ ἄ­γριο ζῶ­ο ποὺ θὰ δοῦν στὸν δρό­μο τους αὐ­τὴ τὴ γραμ­μὴ θὰ πρέ­πει νὰ τὸ στρί­βουν. Τού­τη τὴ γραμ­μὴ τὴν το­πο­θε­τεῖ ἐ­κεῖ ἡ ἐ­πί­γεια ἐ­ξου­σί­α. Ση­μαί­νει: ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται τὸ τα­ξι­δεύ­ειν, ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται τὸ ἵ­πτα­σθαι, ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται τὸ βα­δί­ζειν καὶ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται τὸ ἕρ­πειν.

Δί­πλα στοὺς δρό­μους, μέ­σα στὸ πυ­κνὸ πευ­κο­δά­σος, ἐ­νε­δρεύ­ουν φρου­ροὶ μὲ κον­τό­κα­να, πλα­τύ­στο­μα του­φέ­κια καὶ πι­στό­λια.

Τρι­γυρ­νᾶς μέ­σα στὸ σι­ω­πη­λὸ δά­σος, ὁ­λο­έ­να τρι­γυρ­νᾶς καὶ γυ­ρεύ­εις τὸν τρό­πο νὰ φτά­σεις στὴ λί­μνη – δὲν θὰ τὸν βρεῖς, καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νεὶς νὰ ρω­τή­σεις: ὁ κό­σμος τρό­μα­ξε, κα­νεὶς δὲν συ­χνά­ζει σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ δά­σος. Καὶ μο­να­χὰ παίρ­νον­τας στὸ κα­τό­πι τὸν ὑ­πό­κω­φο ἦ­χο ἀ­πὸ τὸ κου­δου­νά­κι μιᾶς ἀ­γε­λά­δας θὰ μπο­ρέ­σεις νὰ δι­α­σχί­σεις μὲ δυ­σκο­λί­α τὸ δά­σος, ἀ­κο­λου­θών­τας τὸ μο­νο­πά­τι τῶν ζώ­ων, μιὰ ὥ­ρα τοῦ με­ση­με­ριοῦ, κά­ποι­α βρο­χε­ρὴ ἡ­μέ­ρα. Μό­λις δεῖς τὴ λί­μνη νὰ γυ­α­λί­ζει, πε­λώ­ρια, ἀ­νά­με­σα στοὺς κορ­μοὺς τῶν δέν­δρων, πο­λὺ πρὶν τρέ­ξεις πρὸς τὸ μέ­ρος της, ἤ­δη τὸ γνω­ρί­ζεις: αὐ­τὴ τὴ γω­νί­τσα πά­νω στὴ γῆ θὰ τὴν ἀ­γα­πή­σεις γιὰ ὅ­λη σου τὴ ζω­ή.

Ἡ λί­μνη Σεγ­κντὲν εἶ­ναι στρογ­γυ­λή, σὰν νὰ χα­ρά­χτη­κε μὲ δι­α­βή­τη. Ἂν φω­νά­ξεις ἀ­πὸ τὴ μί­α ὄ­χθη (ὅ­μως δὲν θὰ φω­νά­ξεις, γιὰ νὰ μὴν σὲ πά­ρουν χαμ­πά­ρι), στὴν ἄλ­λη ὄ­χθη θὰ φτά­σει μό­νο μιὰ ἀλ­λοι­ω­μέ­νη ἠ­χώ. Ἡ λί­μνη βρί­σκε­ται μα­κριά. Εἶ­ναι πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸ πα­ρό­χθιο δά­σος. Τὸ δά­σος εἶ­ναι ἐ­πί­πε­δο, τὸ ἕ­να δέν­τρο εἶ­ναι δί­πλα στὸ ἄλ­λο, καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος οὔ­τε γιὰ ἕ­ναν πα­ρα­πα­νί­σιο κορ­μό. Ὅ­ταν φτά­σεις στὸ νε­ρό, βλέ­πεις ὅ­λη τὴν πε­ρι­φέ­ρεια τῆς ἀ­πο­μο­νω­μέ­νης ὄ­χθης: ἀλ­λοῦ ὑ­πάρ­χει μιὰ κί­τρι­νη λω­ρί­δα ἄμ­μου, κά­που ἕ­να γκρί­ζο κα­λα­μά­κι προ­βάλ­λει ἀ­μυ­νό­με­νο, κά­που ἀλ­λοῦ ἁ­πλώ­νε­ται τὸ νε­α­ρὸ γρα­σί­δι. Τὸ νε­ρὸ εἶ­ναι ἐ­πί­πε­δο, λεῖ­ο, δί­χως ρυ­τί­δες, κά­που-κά­που στὴν ὄ­χθη εἶ­ναι κα­λυμ­μέ­νο μὲ νε­ρο­φα­κές, κι ἔ­πει­τα ἕ­να δι­ά­φα­νο ἄ­σπρο – κι ὁ ἄ­σπρος βυ­θός.

Πε­ρί­κλει­στο τὸ νε­ρό. Πε­ρί­κλει­στο καὶ τὸ δά­σος. Ἡ λί­μνη κοι­τά­ει τὸν οὐ­ρα­νό, ὁ οὐ­ρα­νὸς τὴ λί­μνη. Ἀ­κό­μα κι ἂν κά­τι ὑ­πάρ­χει στὴ γῆ ἢ πά­νω ἀ­πὸ τὸ δά­σος, αὐ­τὸ πα­ρα­μέ­νει ἄ­γνω­στο κι ἀ­ό­ρα­το. Ἀ­κό­μα κι ἂν κά­τι ὑ­πάρ­χει, ἐ­δῶ εἶ­ναι ἄ­χρη­στο καὶ πε­ριτ­τό.

Νὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ ἐγ­κα­τα­στα­θεῖ ἐ­δῶ γιὰ πάν­τα… Ἐ­δῶ ἡ ψυ­χή, σὰν τὸν ἀ­έ­ρα ποὺ τρε­μί­ζει, θὰ ρυ­ά­κι­ζε ἀ­νά­με­σα στὸ νε­ρὸ καὶ στὸν οὐ­ρα­νό, κι οἱ σκέ­ψεις θὰ κυ­λοῦ­σαν κα­θά­ρι­ες καὶ βα­θει­ές.

Ὅ­μως ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται. Ὁ θη­ρι­ώ­δης πρίγ­κι­πας, ὁ ἀλ­λή­θω­ρος κα­κοῦρ­γος, κα­τέ­λα­βε μὲ τὴ βί­α τὴ λί­μνη: νά ἡ ντά­τσα του, νά καὶ τὸ μέ­ρος ὅ­που κο­λυμ­πά­ει. Τὰ παι­διά του ψα­ρεύ­ουν καὶ πυ­ρο­βο­λοῦν πά­πι­ες μέ­σα ἀ­πὸ τὴ βάρ­κα. Στὴν ἀρ­χὴ ἐμ­φα­νί­ζε­ται λί­γος γα­λά­ζιος κα­πνὸς πά­νω ἀ­πὸ τὴ λί­μνη, κι ἔ­πει­τα ἀ­πὸ λί­γο ἀ­κοῦς τὴν του­φε­κιά.

Ἐ­κεῖ, πί­σω ἀ­πὸ τὰ δά­ση, καμ­που­ριά­ζει καὶ σέρ­νε­ται ὅ­λη ἡ γύ­ρω πε­ρι­ο­χή. Ἐ­νῶ ἐ­δῶ, γιὰ νὰ μὴν τοὺς ἐ­νο­χλή­σει κα­νείς, οἱ δρό­μοι εἶ­ναι κλει­στοί, ἐ­δῶ οἱ ὑ­πο­τα­κτι­κοί τους ψα­ρεύ­ουν καὶ κυ­νη­γοῦν τὰ θη­ρά­μα­τα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γι’ αὐ­τούς. Ἰ­δοὺ καὶ τὰ ἴ­χνη: κά­ποι­ος ἑ­τοί­μα­ζε φω­τιά, κι αὐ­τοὶ τὴν ἔ­σβη­σαν μὲ τὴν πρώ­τη καὶ τὸν ἔ­δι­ω­ξαν.

Ἔ­ρη­μη λί­μνη. Λί­μνη ἀ­γα­πη­μέ­νη.


Ἴταλο Καλβίνο (Italo Calvino): Ἡ περιπέτεια ἑνός κακοποιοῦ (L’avventura di un bandito)




Ο ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΤΟΝ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΣΕ ἦ­ταν νὰ μὴν πια­στεῖ ἀ­μέ­σως. Ὁ Τζὶμ χώ­θη­κε στὸ κού­φω­μα μιᾶς πόρ­τας καὶ πε­ρί­με­νε. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ φά­νη­κε ὅ­τι οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ σκό­πευ­αν νὰ συ­νε­χί­σουν νὰ τρέ­χουν ἴ­σια μπρο­στά τους, ἀλ­λὰ ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σε τὰ βή­μα­τά τους νὰ γυ­ρί­ζουν πί­σω, νὰ στρί­βουν σ’ ἕ­να στε­νό. Πε­τά­χτη­κε ἀ­μέ­σως ἔ­ξω μὲ ἀ­νά­λα­φρες, με­γά­λες δρα­σκε­λι­ές.

— Ἀ­κί­νη­τος ἢ πυ­ρο­βο­λοῦ­με, Τζίμ!

«Μπρά­βο ρὲ πα­λι­κα­ρά­κια, πυ­ρο­βο­λῆ­στε!» ψι­θύ­ρι­σε ὁ Τζίμ, ἀλ­λὰ ἦ­ταν κι­ό­λας ἐ­κτὸς πε­δί­ου βο­λῆς, μὲ τὰ πό­δια του νὰ φτε­ρου­γί­ζουν πά­νω ἀ­πὸ τὰ πέ­τρι­να σκα­λο­πά­τια, στὸ λα­βύ­ριν­θο τῶν στε­νῶν σο­κα­κι­ῶν τῆς πα­λιᾶς πό­λης. Στὴν πα­λιὰ βρύ­ση πή­δη­ξε τὸ κάγ­κε­λο τῆς σκά­λας καὶ βρέ­θη­κε σὲ μιὰ στο­ὰ ποὺ γι­γάν­τω­νε τὸ θό­ρυ­βο τῶν βη­μά­των του.

Ὅ­λα τὰ γνω­στὰ μέ­ρη ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­κλει­στοῦν: δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πά­ει οὔ­τε στὴ Λό­λα, οὔ­τε στὴ Νίλ­ντε, οὔ­τε στὴ Ρε­νέ. Τοῦ­τοι, σὲ λί­γο, θὰ ἔ­φτα­ναν παν­τοῦ, θὰ χτύ­πα­γαν ὅ­λες τὶς πόρ­τες. Ἦ­ταν μιὰ γλυ­κιὰ νύ­χτα, μὲ σύν­νε­φα τό­σο φω­τει­νὰ πά­νω ἀ­πὸ τὶς στέ­γες καὶ τὶς κα­μά­ρες ποὺ ἔ­λε­γες πὼς ἦ­ταν μέ­ρα.

Μό­λις ξε­γλί­στρη­σε στοὺς με­γά­λους δρό­μους τῆς νέ­ας πό­λης, ὁ Μά­ριο Ἀλ­μπα­νέ­ζι, ὁ ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νος Τζὶμ Μπο­λε­ρό, στα­μά­τη­σε γιὰ λί­γο νὰ τρέ­χει καὶ ἔ­σπρω­ξε πί­σω ἀ­πὸ τὰ αὐ­τιὰ του τὰ μαλ­λιὰ ποὺ τοῦ εἶ­χαν πέ­σει μπρο­στὰ στοὺς κρο­τά­φους. Δὲν ἀ­κου­γό­ταν τί­πο­τα, οὔ­τε ἕ­να βῆ­μα. Μὲ προ­σο­χή, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα, πέ­ρα­σε στὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ δρό­μου, ἔ­φτα­σε στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τῆς Ἀρ­μάν­τα, ἀ­νέ­βη­κε τὶς σκά­λες. Τέ­τοι­α ὥ­ρα, σί­γου­ρα, δὲ θὰ εἶ­χε κα­νέ­να στὸ σπί­τι καὶ θὰ κοι­μό­ταν. Ὁ Τζὶμ χτύ­πη­σε μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα της.

— Ποι­ὸς εἶ­ναι; ἀ­κού­στη­κε ὑ­στέ­ρα ἀ­πὸ λί­γο μιὰ θυ­μω­μέ­νη ἀν­τρι­κὴ φω­νή. Τέ­τοι­α ὥ­ρα ὁ κό­σμος κοι­μᾶ­ται… Ἦ­ταν ὁ Λι­λίν.

— Ἄ­νοι­ξε μιὰ στιγ­μὴ Ἀρ­μάν­τα, ἐ­γὼ εἶ­μαι, ὁ Τζίμ, ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τὸς μὲ σι­γα­νὴ ἀλ­λὰ σί­γου­ρη φω­νή.

Ἡ Ἀρ­μάν­τα στρι­φο­γύ­ρι­σε στὸ κρε­βά­τι της:

— Ἔ­λα, Τζίμ, κοῦ­κλε μου, ἀ­νοί­γω ἀ­μέ­σως, ρὲ εἶ­ναι ὁ Τζίμ. Ψά­χνει κον­τὰ στὸ κρε­βά­τι της γιὰ τὸ κουμ­πὶ πού ἀ­νοί­γει αὐ­τό­μα­τα τὴν πόρ­τα, τὸ πα­τά­ει.

Ἡ πόρ­τα ἀ­νοί­γει ὑ­πά­κου­η. Ὁ Τζὶμ προ­χω­ρεῖ στὸ δι­ά­δρο­μο, μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες καὶ μπαί­νει στὸ δω­μά­τιο. Τὸ σῶ­μα τῆς Ἀρ­μάν­τα κά­τω ἀ­πὸ τὰ σεν­τό­νια μοιά­ζει νὰ πιά­νει ὁ­λό­κλη­ρό τὸ κρε­βά­τι. Στὸ μα­ξι­λά­ρι, τὸ ἄ­βα­φτο πρό­σω­πο, κά­τω ἀ­πὸ τὴ μαύ­ρη φράν­τζα, δεί­χνει τὶς σα­κοῦ­λες καὶ τὶς ρυ­τί­δες του. Λί­γο πιὸ πέ­ρα, σὰν νὰ ἦ­ταν χω­μέ­νος ὁ­λό­κλη­ρος μέ­σα σὲ μιὰ πτυ­χὴ τῆς κου­βέρ­τας, ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος ὁ σύ­ζυ­γος τῆς Λι­λίν, μὲ τὴ μι­κρο­κα­μω­μέ­νη χλω­μή του φά­τσα, ἕ­τοι­μος νὰ πα­ρα­δο­θεῖ πά­λι στὸν ὕ­πνο ποὺ τοῦ δι­α­κό­ψα­νε.

Ὁ Λι­λὶν πρέ­πει νὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ φύ­γει καὶ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος πε­λά­της· γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ μπεῖ στὸ κρε­βά­τι καὶ νὰ βρεῖ δι­έ­ξο­δο στὸν ὕ­πνο, τὸ μό­νο πράγ­μα ποὺ τοῦ γε­μί­ζει τὶς τεμ­πέ­λι­κες μέ­ρες του. Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα στὸν κό­σμο ποὺ νὰ ξέ­ρει ἢ νὰ θέ­λει νὰ κά­νει ὁ Λι­λίν. Ἀρ­κεῖ νὰ ἔ­χει νὰ κα­πνί­ζει καὶ εἶ­ναι ἥ­συ­χος. Ἡ Ἀρ­μάν­τα δὲν μπο­ρεῖ νὰ πε­ῖ ὅ­τι ὁ Λι­λὶν τῆς κο­στί­ζει τί­πο­τα σπου­δαῖα πράγ­μα­τα, χώ­ρια ἀ­πὸ τὰ κου­τιὰ τὸν κα­πνὸ ποὺ κα­πνί­ζει ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ὣς τὸ βρά­δυ. Βγαί­νει τὸ πρω­ὶ μὲ τὸ κου­τί του, πά­ει στὸν πα­που­τσή, στὸν πα­λια­τζή, στὸν κα­πνο­δο­χο­κα­θα­ρι­στή, τυ­λί­γει τὸ ἕ­να τσι­γα­ρό­χαρ­το με­τὰ τὸ ἄλ­λο, κα­θι­σμέ­νος σ’ ἐ­κεῖ­να τὰ σκα­μνά­κια ποὺ ἔ­χουν ὅ­λα τὰ μα­γα­ζιά, μὲ τὰ με­γά­λα σὰν τοῦ κλέ­φτη χέ­ρια του ἀ­κουμ­πι­σμέ­να πά­νω στὰ γό­να­τά του, μὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ ψό­φιο βλέμ­μα του, ἀ­κού­γον­τας πάν­τα ὅλο τὸν κό­σμο σὰν νά ‘­ταν χα­φι­ές, χω­ρὶς νὰ συμ­με­τέ­χει σχε­δὸν πο­τὲ σὲ κα­μιὰ συ­ζή­τη­ση, πα­ρὰ μό­νο μὲ κά­ποι­ες σύν­το­μες φρά­σεις κι ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­να­πάν­τε­χα στρα­βο­μου­τσού­νι­κα κί­τρι­να χα­μό­γε­λά του. Τὸ βρά­δυ, ὅ­ταν καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μα­γα­ζὶ κλεί­σει, πά­ει στὸ κα­πη­λει­ὸ κι ἀ­δειά­ζει ἕ­να λί­τρο, κα­πνί­ζει ὅσα τσι­γά­ρα τοῦ ἀ­πο­μέ­νουν, μέ­χρι νὰ κα­τε­βά­σουν κι ἐ­κεῖ τὰ ρο­λά. Βγαί­νει· ἡ γυ­ναί­κα του ἀ­κό­μα κό­βει βόλ­τες στὸ δρό­μο μὲ τὸ ἐ­φαρ­μο­στὸ φό­ρε­μα καὶ τὰ πρη­σμέ­να πό­δια της μέ­σα στὰ στε­νὰ γο­βά­κια. Ὁ Λι­λὶν ἐμ­φα­νί­ζε­ται, τῆς σφυ­ρί­ζει σι­γά, ψι­θυ­ρί­ζει κά­ποι­α φρά­ση γιὰ νὰ τῆς πεῖ πὼς εἶ­ναι ἀρ­γά, νὰ πά­ει γιὰ ὕ­πνο. Ἐ­κεί­νη, χω­ρὶς νὰ τὸν κοι­τά­ξει, πά­νω στὸ σκα­λὶ τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου σὰν πά­νω σὲ σκη­νὴ θε­ά­τρου, τὸ στῆ­θος συμ­πι­ε­σμέ­νο στὸ σου­τι­έν, τὸ γέ­ρι­κο σῶ­μα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρι­τσί­στι­κο φο­ρε­μα­τά­κι, μὲ τὸ νευ­ρι­κὸ πή­γαι­νε ἔ­λα τῆς τσάν­τας στὸ χέ­ρι, τοὺς κύ­κλους τῶν τα­κου­νι­ῶν πά­νω στὸ λι­θό­στρω­το, τὸ ξαφ­νι­κὸ μουρ­μού­ρι­σμα κά­ποι­ου τρα­γου­διοῦ, τοῦ ἀπαν­τᾶ ὄ­χι, πὼς ἔ­χει ἀ­κό­μα κό­σμο στὸ γύ­ρο, πὼς αὐ­τὸς μπο­ρεῖ καὶ νὰ φύ­γει, νὰ τὴν πε­ρι­μέ­νει στὸ σπί­τι. Ἔ­τσι ἐ­ρω­το­τρο­πο­ῦν κά­θε βρά­δυ.

— Λοι­πόν, Τζίμ; ρω­τά­ει ἡ Ἀρ­μάν­τα.

Αὐ­τὸς ἔ­χει κι­ό­λας βρεῖ τὰ τσι­γά­ρα πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο καὶ ἀ­νά­βει ἕ­να.

— Εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ πε­ρά­σω ἐ­δῶ τὴ νύ­χτα. Ἤ­δη βγά­ζει τὸ σα­κά­κι, λύ­νει τὴ γρα­βά­τα.

— Ἐν­τά­ξει Τζίμ, ἔ­λα στὸ κρε­βά­τι. Ἐ­σύ, Λι­λίν, πή­γαι­νε στὸ ντι­βά­νι, ἄν­τε Λι­λὶν κοῦ­κλε, φύ­γε, ἄσε νὰ ξα­πλώ­σει ὁ Τζίμ.

Ὁ Λι­λὶν μέ­νει γιὰ λί­γο ἀ­κί­νη­τος σὰν πέ­τρα, ὕ­στε­ρα ση­κώ­νε­ται βγά­ζον­τας ἕ­να πα­ρά­πο­νο χω­ρὶς λέ­ξεις, ἀ­φή­νει τὸ κρε­βά­τι, παίρ­νει τὸ μα­ξι­λά­ρι του, μιὰ κου­βέρ­τα, τὸν κα­πνὸ ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο, τὰ τσι­γα­ρό­χαρ­τα, τὰ σπίρ­τα, τὸ τα­σά­κι. — Ἄν­τε, Λι­λὶν κοῦ­κλε, ἄν­τε. Προ­χω­ρεῖ σκυ­φτὸς μὲ ὅ­λα τὰ συμ­πράγ­κα­λά του πρὸς τὸν κα­να­πὲ τοῦ δι­α­δρό­μου.

Ὁ Τζὶμ ξεν­τύ­νε­ται κα­πνί­ζον­τας, δι­πλώ­νει κα­λά τὸ παν­τε­λό­νι του, τα­κτο­ποι­εῖ τὸ σα­κά­κι σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα κον­τὰ στὸ κρε­βά­τι, φέρ­νει στὸ κο­μο­δί­νο τὰ τσι­γά­ρα, τὰ σπίρ­τα, ἕ­να τα­σά­κι, μπαί­νει στὸ κρε­βά­τι. Ἡ Ἀρ­μάν­τα σβή­νει τὸ φῶς τοῦ ἀμ­πα­ζοὺρ καὶ ἀ­να­στε­νά­ζει. Ὁ Τζὶμ κα­πνί­ζει. Ὁ Λι­λὶν κοι­μᾶ­ται στὸ δι­ά­δρο­μο. Ἡ Ἀρ­μάν­τα ἀλ­λά­ζει στά­ση. Ὁ Τζὶμ σβή­νει τὸ τσι­γά­ρο στὸ τα­σά­κι. Κά­ποι­ος κτυ­πᾶ τὴν πόρ­τα.

Μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι του ὁ Τζὶμ ἀγ­γί­ζει ἤ­δη τὸ πι­στό­λι στὴν τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ, μὲ τὸ ἄλ­λο κρα­τᾶ τὴν Ἀρ­μάν­τα ἀ­πὸ τὸν ἀγ­κώ­να, νὰ εἶ­ναι προ­σε­κτι­κή. Τὸ χέ­ρι τῆς Ἀρ­μάν­τα εἶ­ναι χον­τρὸ καὶ μαλ­θα­κό· μέ­νουν γιὰ λί­γο ἔ­τσι, ἀ­κί­νη­τοι.

— Λι­λίν, ρώ­τα ποι­ός εἶ­ναι, λέ­ει σι­γὰ ἡ Ἀρ­μάν­τα. Ὁ Λι­λίν, ἀ­πὸ τὸ δι­ά­δρο­μο, ξε­φυ­σᾶ.

— Ποι­ὸς εἶ­ναι; λέ­ει ἄ­γαρ­μπα.

— Ἔ­λα, Ἀρ­μάν­τα, ἐ­γὼ εἶ­μαι, ὁ Ἄν­τζε­λο.

— Ποι­ὸς Ἄν­τζε­λο; κά­νει ἐ­κεί­νη.

— Ὁ Ἄν­τζε­λο ὁ ἀ­στυ­νό­μος, Ἀρ­μάν­τα. Περ­νοῦ­σα ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ σκέ­φτη­κα νὰ ἀ­νέ­βω… Μπο­ρεῖς νὰ ἀ­νοί­ξεις μιὰ στιγ­μή;

Ὁ Τζὶμ ἔ­χει ἤ­δη βγεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ τοὺς κά­νει νό­η­μα νὰ σω­πά­σουν. Ἀ­νοί­γει μιὰ πόρ­τα, κοι­τά­ζει στὸν καμ­πι­νέ, παίρ­νει τὴν κα­ρέ­κλα μὲ τὰ ροῦ­χα του καὶ τὴν πά­ει ἐ­κεῖ.

— Κα­νέ­νας δὲ μὲ ἔ­χει δεῖ. Ξεμ­πέρ­δευ­ε μὲ δαῦ­τον, γρή­γο­ρα, λέ­ει σι­γὰ καὶ κλεί­νε­ται στὸν καμ­πι­νέ.

— Ἔ­λα Λι­λὶν κοῦ­κλε, ἔ­λα πά­λι στὸ κρε­βά­τι, ἄν­τε Λι­λίν. Ἡ Ἀρ­μάν­τα ξα­πλω­μέ­νη δι­ευ­θύ­νει τὶς με­τα­κι­νή­σεις.

— Λοι­πόν, Ἀρ­μάν­τα, θὰ μὲ κά­νεις νὰ πε­ρι­μέ­νω ἀ­κό­μα πο­λύ; λέ­ει ὁ ἄλ­λος ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα.

Μὲ ὅ­λο τὸ πά­σο του, ὁ Λι­λὶν ση­κώ­νει κου­βέρ­τα, μα­ξι­λά­ρι, κα­πνό, σπίρ­τα, τσι­γα­ρό­χαρ­τα, τα­σά­κι, γυ­ρί­ζει στὸ κρε­βά­τι, μπαί­νει μέ­σα καὶ τρα­βά­ει τὸ σεν­τό­νι ὣς τὰ μά­τια του. Ἡ Ἀρ­μάν­τα πι­έ­ζει τὸ κουμ­πὶ καὶ ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα.

Μπαί­νει ὁ Σόν­του, μὲ τὸ τσα­λα­κω­μέ­νο ὕ­φος τοῦ γέ­ρου ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ ποὺ φο­ρά­ει πο­λι­τι­κά, τὰ γκρί­ζα μου­στά­κια του κα­λύ­πτουν τὸ χον­τρό του πρό­σω­πο.

— Τρι­γυ­ρί­ζεις ὣς ἀρ­γά, ἀ­στυ­νό­με, λέ­ει ἡ Ἀρ­μάν­τα.

— Νά, ἔ­κα­να μιὰ βολ­τί­τσα, λέ­ει ὁ Σόν­του, καὶ σκέ­φτη­κα νὰ σοῦ κά­νω μιὰ ἐ­πί­σκε­ψη.

— Τί ἤ­θε­λες;

Ὁ Σόν­του ὀρ­θὸς στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ σκού­πι­ζε μὲ τὸ μαν­τί­λι του τὸ ἱ­δρω­μέ­νο πρό­σω­πο.

— Τί­πο­τα, ἔ­τσι, μιὰ μι­κρὴ ἐ­πί­σκε­ψη. Κα­νέ­να νέ­ο;

— Τί νέ­ο;

— Μή­πως εἶ­δες κα­τὰ τύ­χη τὸν Ἀλ­μπα­νέ­ζι;

— Τὸν Τζίμ; Τί σκά­ρω­σε πά­λι;

— Τί­πο­τα. Κά­τι θέ­λα­με νὰ τοῦ ζη­τή­σου­με. Τὸν εἶ­δες;

— Πρὶν τρεῖς μέ­ρες.

— Ὄ­χι. Τώ­ρα.

— Εἶ­ναι δυ­ὸ ὧ­ρες ποὺ κοι­μᾶ­μαι, ἀ­στυ­νό­με. Ἄλ­λα για­τί ἔρ­χε­σαι σὲ μέ­να; Πή­γαι­νε στὶς δι­κές του: τὴ Ρό­ζυ, τὴ Νίλ­ντε, τὴ Λό­λα…

— Δὲν βγαί­νει τί­πο­τα· ὅ­ταν σκα­ρώ­νει κά­τι τὶς ἀ­πο­φεύ­γει.

— Ἀ­πὸ ἐ­δῶ, πάν­τως, δὲν πέ­ρα­σε. Ἴ­σως ἄλ­λη φο­ρά, ἀ­στυ­νό­με.

— Ἔ­τσι ρώ­τη­σα, Ἀρ­μάν­τα· δὲ βα­ρι­έ­σαι, χαί­ρο­μαι λοι­πὸν ποὺ σὲ εἶ­δα.

— Κα­λη­νύ­χτα ἀ­στυ­νό­με.

— Ἄν­τε κα­λη­νύ­χτα.

Ὁ Σόν­του γύ­ρι­σε νὰ φύ­γει ἀλ­λὰ δὲν ἔ­φευ­γε.

— Σκε­φτό­μου­να, τώ­ρα πιὰ κον­τεύ­ει νὰ ξη­με­ρώ­σει καὶ δὲ θὰ κά­νω ἄλ­λους γύ­ρους. Καὶ δὲ μοῦ κά­νει καρ­διὰ νὰ γυ­ρί­σω σ’ ἐκε­ῖνο τὸ ράν­τσο. Ἀ­φοῦ εἶ­μαι ἐ­δῶ, σκε­φτό­μου­να νὰ μεί­νω. Τί λὲς Ἀρ­μάν­τα;

— Ἀ­στυ­νό­με, εἶ­σαι πάν­τα τό­σο κα­λός, ἀλ­λά, γιὰ νὰ λέ­με τὴν ἀ­λή­θεια, τέ­τοι­α ὥ­ρα ἔ­χω πά­ψει νὰ δέ­χο­μαι. Πῶς νὰ τὸ κά­νου­με, ἀ­στυ­νό­με, ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει καὶ τὸ δι­κό του ὡ­ρά­ριο.

— Ἀρ­μάν­τα, ἕ­να φί­λο σὰν κι ἔ­με­να… Ὁ Σόν­του ἔ­βγα­ζε κι­ό­λας τὸ σα­κά­κι του, τὸ που­λό­βερ.

— Εἶ­σαι ἐν­τά­ξει τύ­πος· ἂν βρι­σκό­μα­σταν, ὅ­μως, αὔ­ριο βρά­δυ;

Ὁ Σόν­του συ­νέ­χι­σε νὰ γδύ­νε­ται: — Κα­τα­λα­βαί­νεις Ἀρ­μάν­τα, εἶ­ναι μό­νο μέ­χρι νὰ ξη­με­ρώ­σει. Λοι­πόν, κά­νε πιὸ ἐ­κεῖ.

— Αὐ­τὸ ση­μαί­νει πὼς ὁ Λι­λὶν θὰ πά­ει στὸ ντι­βά­νι· ἄν­τε, Λι­λίν, ἄν­τε κοῦ­κλε μου, πή­γαι­νε ἀ­πὸ κεῖ.

Ὁ Λι­λὶν ἔ­κα­νε μιὰ κί­νη­ση τῶν χε­ρι­ῶν του στὸν ἀ­έ­ρα, ὑ­στέ­ρα ἔ­ψα­ξε τὸν κα­πνὸ στὸ τρα­πε­ζά­κι, ση­κώ­θη­κε μουρ­μου­ρί­ζον­τας, βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι σχε­δὸν χω­ρὶς ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του, πῆ­ρε τὸ μα­ξι­λά­ρι, τὴν κου­βέρ­τα, τὰ τσι­γα­ρό­χαρ­τα, τὰ σπίρ­τα, «Ἄν­τε Λι­λὶν κοῦ­κλε μου», βγῆ­κε σέρ­νον­τας τὴν κου­βέρ­τα στὸ δι­ά­δρο­μο. Ὁ Σόν­του στρι­φο­γύ­ρι­ζε ἤ­δη μέ­σα στὰ σεν­τό­νια.

Στὸν καμ­πι­νὲ ὁ Τζὶμ κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θυ­ριοῦ τὸν οὐ­ρα­νὸ νὰ πρα­σι­νί­ζει. Εἶ­χε ξε­χά­σει τὰ τσι­γά­ρα στὸ κο­μο­δί­νο, αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ δρά­μα. Καὶ τώ­ρα ὁ ἄλ­λος εἶ­χε μπεῖ στὸ κρε­βά­τι κι αὐ­τὸς ἔ­πρε­πε νὰ μεί­νει κλει­σμέ­νος ἐκε­ῖ μέ­σα μέ­χρι τὸ πρω­ί, ἀ­νά­με­σα στὸν μπιν­τὲ κι ἐ­κεῖ­να τὰ κου­τιὰ τάλκ, χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖ νὰ κα­πνί­σει. Εἶ­χε ντυ­θεῖ χω­ρὶς νὰ κά­νει θό­ρυ­βο, εἶ­χε χτε­νι­στεῖ στὴν τρί­χα κοι­τά­ζον­τας τὰ μοῦ­τρα του στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ νι­πτή­ρα, πα­ρα­με­ρί­ζον­τας ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­ρώ­μα­τα, τὰ κολ­λύ­ρια, τὰ φάρ­μα­κα, τὰ ἐν­το­μο­κτό­να ποὺ γαρ­νί­ρι­ζαν τὴν κον­σό­λα. Δι­ά­βα­σε με­ρι­κὲς ἐ­τι­κέ­τες στὸ φῶς τοῦ πα­ρα­θυ­ριοῦ, ἔ­κλε­ψε ἕ­να κου­τὶ κα­ρα­μέ­λες καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ ψα­χου­λεύ­ει ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ. Δὲν εἶ­χε νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει πολ­λὰ πράγ­μα­τα: ρο­ῦ­χα μού­λια­ζαν μέ­σα στὸ νι­πτή­ρα κι ἄλ­λα ἦ­ταν ἁ­πλω­μέ­να. Βάλ­θη­κε νὰ δο­κι­μά­ζει τὶς βρύ­σες τοῦ μπιν­τέ· τὸ νε­ρὸ πε­τά­χτη­κε κά­νον­τας θό­ρυ­βο. Κι ἂν ὁ Σόν­του ἄ­κου­γε; Στὸ δι­ά­ο­λο ὁ Σόν­του καὶ ἡ φυ­λα­κή! Ὁ Τζὶμ βα­ρι­ό­τα­νε, γύ­ρι­σε στὸ νι­πτή­ρα, ἀ­ρω­μά­τι­σε τὸ σα­κά­κι του μὲ κο­λό­νια, ἔ­βα­λε μπρι­γι­αν­τί­νη. Βέ­βαι­α, ἂν δὲν τὸν ἔπια­ναν σή­με­ρα σί­γου­ρα θὰ τὸν ἔπι­α­ναν αὔ­ριο, ἀλ­λὰ θὰ γλί­τω­νε του­λά­χι­στον τὸ αὐ­τό­φω­ρο, καὶ ἂν ὅλα πή­γαι­ναν κα­λά, θὰ τὸν ἄ­φη­ναν ἀ­μέ­σως. Νὰ πε­ρι­μέ­νει ἐκε­ῖ, ἀ­κό­μα δύ­ο καὶ τρεῖς ὧ­ρες χω­ρὶς τσι­γά­ρα, σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ σκα­μνί… ποι­ός θε­ὸς θὰ τό ‘­θε­λε; Ἦ­ταν σί­γου­ρο: θὰ τὸν ἄ­φη­ναν ἀ­μέ­σως ἐ­λεύ­θε­ρο. Ἄ­νοι­ξε ἕ­να ντου­λά­πι: ἔ­τρι­ξε. Στὸ δι­ά­ο­λο καὶ τὸ ντου­λά­πι καὶ ὅλα τὰ ἄλ­λα. Τὰ ρο­ῦ­χα τῆς Ἀρ­μάν­τα ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­να στὴ σει­ρά. Ὁ Τζὶμ ἔ­βα­λε τὸ πι­στό­λι του στὴν τσέ­πη μιᾶς γού­νας. «Θὰ πε­ρά­σω με­τὰ νὰ τὸ πά­ρω —σκέ­φτη­κε— ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς δὲ θὰ τὴ φορέ­σει μέ­χρι νά ‘ρ­θει ὁ χει­μώ­νας». Τρά­βη­ξε τὸ χέ­ρι του ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη, ἦ­ταν ἄ­σπρο ἀ­πὸ τὴ να­φθα­λί­νη. «Κα­λύ­τε­ρα, δὲ θὰ τὸ φά­ει ὁ σκό­ρος», ἀ­στει­εύ­τη­κε. Ἔ­πλυ­νε πά­λι τὰ χέ­ρια του, κι ἐ­πει­δὴ σι­χαι­νό­τα­νε τὶς πε­τσέ­τες τῆς Ἀρ­μάν­τα, σκου­πί­στη­κε σ’ ἕ­να παλ­τὸ ποὺ ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­νο στὸ ντου­λά­πι.

Ὁ Σόν­του, στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα, ἄ­κου­σε ἕ­να θό­ρυ­βο. Ἀ­κούμ­πη­σε μὲ τὸ χέ­ρι του τὴν Ἀρ­μάν­τα. — Τί εἶ­ναι; Ἐ­κεί­νη γύ­ρι­σε πλευ­ρό, πέ­ρα­σε τὸ χον­τρὸ καὶ μαλ­θα­κό της χέ­ρι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν λαι­μό του: — Τί­πο­τα… Ποι­ός θέ­λεις νὰ εἶ­ναι… Ὁ Σόν­του δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ ση­κω­θεῖ, ἐ­πει­δὴ ὅ­μως συ­νέ­χι­ζε ν’ ἀ­κού­ει κά­ποι­ους θο­ρύ­βους ἀ­πὸ μέ­σα, ἄρ­χι­σε νὰ ρω­τά­ει παι­γνι­δι­ά­ρι­κα: — Τί εἶ­ναι, ἔ;…ἔ, τί εἶ­ναι;

Ὁ Τζὶμ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα. — Ἄν­τε ἀ­στυ­νό­με, μὴν κά­νεις τὸ βλά­κα, ἄν­τε πιά­σε με.

Ὁ Σόν­του ἅ­πλω­σε ἀ­μέ­σως τὸ χέ­ρι του στὸ πι­στό­λι ποὺ ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­νο στὸ σα­κά­κι, ἀλ­λὰ χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­μάν­τα. — Ποι­ὸς εἶ­ναι;

— Ὁ Τζὶμ Μπο­λε­ρό.

— Ψη­λὰ τὰ χέ­ρια.

— Εἶ­μαι ἄ­ο­πλος, ἀ­στυ­νό­με, μὴν κά­νεις βλα­κεῖ­ες. Πα­ρα­δί­νο­μαι.

Στε­κό­ταν τώ­ρα κον­τὰ στὸ κρε­βά­τι, μὲ τὸ σα­κά­κι ριγ­μέ­νο στοὺς ὤ­μους καὶ τὰ χέ­ρια ψη­λά.

—Ὤ, Τζίμ, ἔ­κα­νε ἡ Ἀρ­μάν­τα.

— Σὲ με­ρι­κὲς μέ­ρες θὰ πε­ρά­σω πά­λι νὰ σὲ βρῶ, Ἄν­τα, εἶ­πε ὁ Τζίμ.

Ὁ Σόν­του εἶ­χε ση­κω­θεῖ γκρι­νι­ά­ζον­τας καὶ ἔ­βα­ζε τὸ παν­τε­λό­νι του. — Κα­τα­ρα­μέ­νη ὑ­πη­ρε­σί­α… Δὲν μπο­ρεῖς νὰ κά­τσεις πο­τὲ ἥ­συ­χος…

Ὁ Τζὶμ πῆ­ρε τὰ τσι­γά­ρα ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο, ἄ­να­ψε, ἔ­βα­λε τὸ πα­κέ­το στὴν τσέ­πη.

— Δώ­σ’ μου ἕ­να τσι­γά­ρο, Τζίμ, εἶ­πε ἡ Ἀρ­μάν­τα ἀ­να­ση­κώ­νον­τας τὸ χα­λα­ρό της στῆ­θος.

Ὁ Τζὶμ τῆς ἔ­βα­λε ἕ­να τσι­γά­ρο στὸ στό­μα, τὸ ἄ­να­ψε, βο­ή­θη­σε τὸ Σόν­του νὰ βά­λει τὸ σα­κά­κι του.

— Πᾶ­με ἀ­στυ­νό­με.

— Τί νὰ γί­νει; Θὰ βρε­θοῦ­με ἄλ­λη φο­ρὰ Ἀρ­μάν­τα, ἔ­κα­νε ὁ Σόν­του.

— Γειά σου, Ἄν­τζε­λο, εἶ­πε ἐ­κεί­νη.

— Γειά σου, Ἀρ­μάν­τα, εἶ­πε πά­λι ὁ Σόν­του.

— Γειά σου, Τζίμ.

Ἔ­φυ­γαν. Στὸ δι­ά­δρο­μο ὁ Λι­λὶν κοι­μό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ κα­τα­τα­λαι­πω­ρη­μέ­νου ντι­βα­νι­ο­ῦ. Οὔ­τε ποὺ κου­νή­θη­κε.

Ἡ Ἀρ­μάν­τα κά­πνι­ζε κα­θι­σμέ­νη στὸ με­γά­λο κρε­βά­τι· ὕ­στε­ρα ἔ­σβη­σε τὸ ἀμ­πα­ζοὺρ για­τί τώ­ρα πιὰ ἕ­να γκρί­ζο φῶς ἔμ­παι­νε στὸ δω­μά­τιο.

— Λι­λίν, φώ­να­ξε. Ἔ­λα Λι­λίν, ἔ­λα στὸ κρε­βά­τι, ἄν­τε Λι­λὶν κο­ῦ­κλε μου, ἔ­λα.

Ὁ Λι­λὶν ἤ­δη μά­ζευ­ε τὸ μα­ξι­λά­ρι, τὸ τα­σά­κι. (Source)