René Magritte, born on this day in 1898

Standard

«To be a surrealist means barring from your mind all remembrance of what you have seen»

  • The Mysteries of Horizon
  • Golconda
  • The Lovers II
  • The Treachery of Images
Advertisements

Ροΐδης Εμμανουήλ

Standard

roidis.jpg

 

«Πλατωνικός έρως ίσον μαλακόν παξιμάδιον δια τους μη έχοντας οδόντας.»

«Απαραίτητος όρος αρμονικής συμβιώσεως με γυναίκα φιλάρεσκον είναι ν’αποκρύπτη τις επιμελώς δύο τινά: τα εννέα δέκατα της αγάπης του και το ήμισυ τουλάχιστον της περιουσίας του.»

 

1. Ψυχολογία Συριανού συζύγου

Εντρέπομαι να το ομολογήσω. Επέρασαν οκτώ μήνες αφ’ ότου υπανδρεύθην και είμαι ακόμη ερωτευμένος με την γυναίκα μου, ενώ ο κυριώτερος λόγος δια τον οποίον την επήρα ήτο, ότι δεν μου ήρεσκε διόλου η κατάστασις ερωτευμένου. Δεν πιστεύω να υπάρχη άλλη αρρώστια τόσον βασανιστική. Ούτε όρεξιν είχα, ούτε ύπνον, ούτε διάθεσιν να εργασθώ ή να διασκεδάσω. Εκτός της Χριστίνας, όλα τα άλλα τα εύρισκα άνοστα, ανάλατα, ανούσια και πληκτικά. Ενθυμούμαι ότι μίαν ημέραν εις το ξενοδοχείον έκαμα όλον τον κόσμον να γελάση παραπονεθείς ότι ήτο ανάλατη και η λακέρδα. Οι συγγενείς μου δεν ήθελαν αυτόν τον γάμον, δια τον λόγον ότι εκείνη δεν είχε τίποτε και ούτ’ εγώ πολλά: την πατρικήν μου οικίαν, τρεις χιλιάδας δραχμάς εισόδημα από δύο αποθήκας και μίαν θέσιν εκατόν εξήντα δραχμών. Πώς λοιπόν ήτο δυνατόν να ζήσωμεν με αυτά αφού η νέα, αν και χωρίς προίκα, ήτο μοναχοκόρη καλομαθημένη και αγαπούσε τον καλόν κόσμον, τας διασκεδάσεις, τα στολίδια και τους χoρoύς;
Όσα μου έλεγαν τα εύρισκα όλα σωστά! Δεν ημπορώ καν να είπω προς δικαιολογίαν μου ότι μ’ ετύφλωσε το πάθος, ούτε πιστεύω να υπάρχη άνθρωπος θετικώτερος από εμέ. Οι άλλοι ερωτευμένοι φαντάζονται την απόλαυσιν της φιλτάτης των ευτυχίαν τόσω μεγάλην, ώστε δεν φοβούνται να γελασθούν αγοράζοντες αυτήν εις οποιανδήποτε τιμήν. Εγώ όμως δεν ήμουν ρωμαντικός. Τίποτε έκτακτον δεν ωνειρευόμην, αλλά μόνον να επανέλθουν τα πράγματα εις την τακτικήν αυτών κατάστασιν, εις την οποίαν ευρίσκοντο πριν ερωτευθώ. Την μακαρίαν εκείνην κατάστασιν την ενθυμούμην με τον φλογερόν πόθον, με τον οποίον ενθυμείται ο άρρωστος τον καιρόν όπου ήτο υγιής. Την Χριστίναν την ήθελα μόνον και μόνον δια να την απολαύσω, να την χορτάσω, να την βαρεθώ και ν’ αρχίσω έπειτα, καθώς πριν, να τρώγω, να κοιμούμαι, να πηγαίνω εις τον περίπατον και να παίζω πρέφαν και κοντσίναν εις την λέσχην. Και πάλιν όμως δεν θ’ απεφάσιζα να την νυμφευθώ, αν δεν συνέβαινε ν’ αποθάνη κατ’ εκείνας τας ημέρας από την στέρησιν και την κακοπάθειαν γέρων θείος μου, τον οποίον επιστεύαμεν όλοι απένταρον, βλέποντες αυτόν να ενδύεται ως Διογένης και να τρέφεται ως ασκητής. Πάσχων προ καιρού από το στήθος, μου είχε ζητήσει εκατόν δραχμάς δια τον ιατρόν και ιατρικά. Αντί όμως να τας μεταχειρισθή προς τοιούτον σκοπόν, είχε προτιμήσει να προσθέση και αυτάς εις άλλας πέντε χιλιάδας, όπου είχε κρυμμένας εις το αχυρόστρωμα, επί του οποίου ευρέθη ένα πρωί νεκρός. Το πάθημά του μ’ έκανε να σκεφθώ, ότι θα ήτο ανοησία να εξακολουθώ να βασανίζωμαι από την αϋπνίαν και την ανορεξίαν, αφού είχα τα μέσα να ιατρευθώ. Την Χριστίναν την επήρα καθώς παίρνει κανείς κινίνον δια ν’ απαλλαχθή από τον πυρετόν.
Αν και ήμην ανυπόμονος, ηναγκάσθην από την κοινήν πρόληψιν και τον δεσπότην μας Λυκούργον να περιμένω το τέλος του Μαΐου δια να στεφανωθώ. Ευθύς μετά τον γάμον επήγαμεν να περάσωμεν το μελοφέγγαρον εις την Ζιάν. Ημπορώ να είπω ότι είδα εκεί καλάς ημέρας. Το νησί ήτο καταπράσινον, το εξοχικόν μας σπίτι αναπαυτικόν, τα τρόφιμα εξαίρετα, ο καιρός ωραίος και ακόμα ωραιοτέρα η Χριστίνα. Εκείνο όπου μ’ έκανε να την προτιμήσω από όλας, είναι ότι μόνη αυτή δεν είχε κανέν από τα συνηθισμένα παρθενικά ελαττώματτα, δια τα οποία αηδίαζα εν γένει τας κορασίδας. Ούτε λιγνή, ούτε αναιμική, ούτε εντροπαλή, ούτε πολύ νέα. Πιστεύω μάλιστα ότι ήτο κατά τι μεγαλειτέρα από εμέ. Εικοσιέξ έως εικοσιοκτώ ετών, μελαγχρινή, με ανάστημα, με ώμους, με στήθος, με φλόγα εις το βλέμμα και κομψότατα υποδηματάκια. Δια να μη φανή απίστευτον το άθροισμα τόσων χαρισμάτων αρκεί να προσθέσω ότι ήτο Σμυρναία.
Εις την Κέαν εμείναμεν όλον το θέρος και η θεραπεία μου επροώδευε θαυμασίως. Νομίζω ότι πολύ προτήτερα από τον Βίσμαρκ εφευρήκα εγώ τό «Μακάριοι οι κατέχοντες». Οι αισθηματικοί θεωρούσιν ως ελάττωμα της τοιαύτης κατοχής και εν γένει του γάμου, ότι είναι ο τάφος του έρωτος. Τοιούτον όμως παράπονον δεν ηδυνάμην να έχω εγώ, αφού υπανδρεύθην επίτηδες δια να τον θάψω, από πόθον όχι εκτάκτων απολαύσεων, αλλ’ ησυχίας, και κατώρθωνα να ήμαι καθ’ ημέραν ησυχώτερος. Το πρωί εκάμναμεν θαλάσσιον λουτρόν, το απόγευμα μακρινόν περίπατον ή εκδρομήν με την βάρκαν. Επέστρεφα κατάκοπος, έτρωγα ως λύκος και αφού έλεγα εις την Χριστίναν ό,τι είχα να της ειπώ, εκοιμώμην μονοκόμματα έως το πρωί. Ονείρατα δεν έβλεπα πλέον, πλην ενός μόνου, το οποίον ηδυνάμην και εκείνο να θεωρήσω ως σύμπτωμα τελείας αναρρώσεως. Η εσπέρα ήτο θερμή και είχαμεν εξέλθει ν’ αναπνεύσωμεν εις τον εξώστην μετά το δείπνον. Δεν ενθυμούμαι άλλην φωτεινοτέραν λάμψιν πανσελήνου, ούτε τοιούτον της θαλάσσης σπινθηρισμόν, ούτε ευωδεστέρας του δάσους και των κήπων αναθυμιάσεις. Χαριεστάτη ήτο και η Χριστίνα με το άσπρον της φόρεμα χωρίς μέσην ή, ως το έλεγε, peignoir, επί του οποίου εχύνετο έως το γόνατον η λυτή κόμη της ως πλημμύρα μαύρου ποταμού.
Eκοίταξε την θάλασσαν ψιθυρίζουσα την τότε του συρμού καβατίναν «Ερνάνη, Ερνάνη, κλέψε με», όταν αίφνης εσιώπησε μετριοφρόνως τείνουσα τα ώτα εις το άσμα αηδόνος αντηχήσαν από τον γειτονικόν κήπον. Πάντα ταύτα ήσαν βεβαίως ποιητικώτατα, αλλ’ εις το δείπνον είχα φάγει πολλήν παλαμίδα, την οποίαν επότισα, ως βαρυοστόμαχον, με δύο ή τρία ποτήρια γλυκού οίνου της Κέας. Με κατέλαβε λοιπόν ο ύπνος και ωνειρεύθην… ούτε άσματα αηδόνος, ούτε μαύρας πλεξίδας, ούτε σελήνης μαρμαρυγάς, αλλ’ ότι ευρισκόμην εις την Σύραν, εις την Λέσχην, και εκέρδιζα του πρωτομάστορη του πικέτου Αλοϊσίου Κατζαΐτη τρία καπότα κατά σειράν. Άδικον θα ήτο μετά τοιούτον όνειρον ν’ αμφιβάλλω ότι ήμην εντελώς ιατρευμένος. Την επομένην εβδομάδα επεστρέψαμεν εις την Σύραν, μετά τετράμηνον διαμονήν εις την Ζιάν, αφού ανέκτησα την πριν ησυχίαν μου, όλην μου την πεζότητα και δύο οκάδες περισσότερον βάρος, ως επείσθην ζυγισθείς κατά την απόβασιν εις τον στατήρα του τελωνείου.
Πολύ βεβαίως θα εγελούσα τότε, αν ευρίσκετo κανείς να μου προείπη, ότι μετ’ ολίγας ημέρας θα ήμην πάλιν πολύ περισσότερον παρά προ του γάμου μου ερωτευμένος και δυστυχής. Η πρώτη αφορμή του ξανακυλίσματος υπήρξε χορός, τον οποίον έδωκεν ο κ. δήμαρχος εις τιμήν του παρεπιδημούντος και υπ’ αυτού φιλοξενουμένου υπουργού των Ναυτικών. Ο χορός εκείνος επέσκηπτε πρόωρος και απροσδόκητος και ολίγος απέμενε καιρός εις τας Συριανάς δια να ετοιμασθώσιν. Όλαι ήσαν άνω κάτω. Επί τρεις ημέρας έτρεχεν η Χριστίνα εις τα εμπορικά, την δε τετάρτην μετεβλήθη ολόκληρος η οικία μας εις εργαστήριον ραπτικής. Πανταχού κομμάτια υφασμάτων, φόδραι, ορνέκια, στηθόδεσμοι και υποδήματα προς δοκιμήν. Δεν εύρισκα πλέον πού να καθίσω· το δε εσπέρας έπρεπε να περιμένω έως τας εννέα ή και αργότερα, ν’ αδειάση η ράπτρια την τράπεζαν του γεύματος, δια να δειπνήσωμεν με μίαν σαλάταν ή σμαρίδας τηγανητάς. Η μόνη μας τω όντι εγκυκλοπαιδική υπηρέτρια είχε χειροτονηθή κ’ εκείνη μοδίστρα και δεν επρόφθανε να μαγειρεύση. Άδικον όμως θα ήτο να παραπονεθώ δια τούτο, αφού το κακόν ήτο γενικόν. Πλην των Χριστουγέννων, του Πάσχα και των άλλων μεγάλων εορτών, επικρατεί η συνήθεια εις την Σύραν να νηστεύουν και τας παραμονάς των μεγάλων χορών. Το οχληρότερον από όλα ήτο η διηνεκής απασχόλησις της Χριστίνας και τα παντός είδους χαρτιά, τα οποία ετύλιγε την νύκτα εις τα μαλλιά της. Από την ημέραν όπου ελάβαμεν το κατηραμένον εκείνο προσκλητήριον, ήτο ως να μην είχα γυναίκα.
Όση όμως και αν ήτο η απέχθειά μου κατά των τοιούτων προπαρασκευών, πρέπει να ομολογήσω ότι επέτυχε πληρέστατα της Χριστίνας ο στολισμός· φόρεμα με μακράν ουράν από βαρύ βυσσινόχρουν μεταξωτόν και επί της κεφαλής το τελευταίον λείψανον της κειμηλιοθήκης της μητρός της, είδος τι αρχαϊκού διαδήματος από ρουβίνια, των οποίων αι πορφυραί φλόγες συνηρμόζοντο θαυμασίως με το κοράκινον χρώμα των τριχών της. Ούτω στολισμένη μου εθύμιζε την Σεμίραμιν, την Φαίδραν, την Κλεοπάτραν, την Θεοδώραν και τας άλλας ηρωίδας, αι οποίαι ετάραττον τον ύπνον μου όταν ήμην εις το σχολείον.
Ο οίκος του κ. δημάρχου ήτο μεγάλος, αλλ’ ακόμη μεγαλείτερος ο φόβος του να μη λησμονήση ουδέ τον ελάχιστον κομματαρχίσκον του, έστω και λουκουμοποιόν, καραβοκύρην, βυρσοδέψην ή άλλον καταστηματάρχην. Ο κόσμος ήτο λοιπόν πολύς και ως πάντοτε συμβαίνει εις την Σύρον τριπλάσιοι των κυριών οι χορευταί. Ταύτας επερίμεναν εις την εξώθυραν με σημειωματάριον εις την χείρα και ανέβαιναν κατόπιν αυτών την κλίμακα επαιτούντες χορόν. Όταν εισήλθομεν εξώρμησαν τουλάχιστον δεκαπέντε κατά της Χριστίνας, της οποίας εθαύμασα κατά την έφοδον ταύτην το θάρρος και την ετοιμότητα, με την οποίαν εμοίραζεν ως αντίδωρον ανά έν βλέμμα και έν μειδίαμα εις έκαστον απαιτητήν. Η τοιαύτη διανομή εξηκολούθησε χωρίς διαλείμματα καθ’ όλην την διάρκειαν της εσπερίδος. Μόνον δι’ εμέ δεν επερίσσευε τίποτε, αν και την έφεραν δύο ή τρεις φοράς πλησίον μου αι περιπέτειαι του χορού. Μη έχων διάθεσιν να χορεύω και βαρυνόμενος τας οχληράς μου σκέψεις ανεζήτουν κανέν γνώριμον πρόσωπον μεταξύ του πλήθους, όταν διέκρινα κολλημένην εις τον τοίχον ως ταπεσσαρίαν την κυρίαν Κλεαρέτην Γαλαξίδη, σαραντάραν παρθένον, της οποίας με ήρεσκε πολύ, όχι βεβαίως το υπερώριμον κάλλος, αλλ’ η καλωσύνη της, η ευπροσηγορία, η απλότης των τρόπων και της ενδυμασίας της και η φαινομένη έλλειψις πάσης κατακτητικής αξιώσεως και φιλαρεσκείας. Εχόρευε δε και αρκετά καλά, οσάκις συνέβαινε να εύρη χορευτήν. Με την γεροντοκόρην ταύτην εφερόμην μετά πολλής οικειότητος, ως προς καλόν φίλον μάλλον ή φιληνάδα, και εκείνη δε εφαίνετο ευχαριστουμένη να συνομιλή μαζί μου, να με δίδη συμβουλάς υγιεινής ή οικιακής οικονομίας και να με στέλλη ενίοτε παξιμάδια με γλυκάνισον, προς εκτίμησιν της εξόχου αυτής ζυμωτικής τέχνης. Εύλογος μετά ταύτα ήτο η απορία μου όταν, αντί να με τείνη κατά το σύνηθες την χείρα, απήντησεν εις το καλησπέρα μου δια βλέμματος παγερού και σχεδόν εχθρικού.
― Δεν χορεύετε απόψε; ηρώτησα αυτήν απερισκέπτως, λησμονών ότι τούτο δεν εξηρτάτο από μόνην την θέλησίν της.
― Όχι, κύριε.
― Διατί, ενώ είσθε η καλυτέρα μας χορεύτρια; Τούτο είναι παραξενάδα.
― Υπάρχουν άλλα πράγματα πολύ πλέον παράξενα.
― Δεν με τα λέγετε;
― Υπάρχουν μερικοί κύριοι, οι οποίοι αφού ολόκληρα έτη βεβαιώνουν μίαν ‘vέαv’ ότι δεν δύνανται ν’ αγαπήσουν παρά γυναίκα φρόνιμον, ήσυχον, σεμνήν, νοικοκυράν, πηγαίνουν έπειτα και νυμφεύονται μίαν άσωτην, μίαν κοκέταν, μίαν ξεμυαλισμένην, όπου έκαμεν εργολαβίαν με όλον τον κόσμον και εξακολουθεί και μετά τον γάμον της τα ίδια.
Εκ των ανωτέρω ηναγκάσθην να συμπεράνω ότι η κυρία Κλεαρέτη δεν ήτο όσον εφαίνετο καλή, ουδ’ όσον ενόμιζα αφιλοκερδείς αι περιποιήσεις της, αι συμβουλαί της και αι αποστολαί παξιμαδίων. Η απροσδόκητος αύτη αποκάλυψις των νυμφικών αξιώσεων γεροντοκόρης, η οποία θα ηδύνατο να ήναι μήτηρ μου αν υπανδρεύετο εγκαίρως, ήτο βεβαίως αστειοτάτη. Την εσπέραν όμως εκείνην είχα τα νεύρα μου και αντί να γελάσω δεν απηξίωσα να εκδικηθώ αποκρινόμενος: «Δεν ενθυμούμαι να έκαμα ποτέ τοιαύτας ομιλίας εις καμίαν ‘νέαν’».
Η κ. Κλεαρέτη εδάγκασε το χείλος της και μου εγύρισε την ράχιν· η φράσις της όμως «έκαμεν εργολαβίαν με όλον τον κόσμον και εξακολουθεί μετά τον γάμον της τα ίδια» δεν έπαυε ν’ αντηχή εις την ακοήν μου ως συριγμός εχίδνης. Η αλήθεια ήτο ότι το επαράκαμνε και η Χριστίνα. Εξακολουθών να την κατασκοπεύω παρετήρησα ότι η διανομή των βλεμμάτων και των μειδιαμάτων της δεν εγίνετο με όσην κατ’ αρχάς υπέθεσα ισότητα και αμεροληψίαν. Πολύ μεγαλειτέρα της των άλλων ήτο μερίς κομψοτάτου τινός ξανθού νεανίσκου, όστις, αφού έλαβε δύο χορούς, έμενεν όπισθέν της ενώ εχόρευε με άλλον, συνεχίζων κατά τα διαλείμματα της καδρίλιας ατελεύτητον μετ’ αυτής συνομιλίαν. Το περίεργον είναι ότι μου ήτο τελείως άγνωστος ο κύριος ούτος, ενώ οι κάτοικοι της μικροσκοπικής Ερμουπόλεως γνωρίζονται όλοι ως καλόγηροι του αυτού μοναστηρίου.
Η αμηχανία μου ήτο μεγάλη, όταν ήλθε να καθίση πλησίον μου ο παλαιός μου φίλος Ευάγγελος Χαλδούπης, ο εξυπνότερος αλλά και ο πλέον διεστραμμένος των Συριανών, αδιάντροπος ως πίθηκος και κυνικώτερος του Διογένους. Δια ν’ αποφύγη τα σκώμματα του κόσμου είχεν εφεύρει να γελά ο ίδιος δυνατώτερα παντός άλλου δια τας πολλάς και επιφανείς της μακαρίτιδος συζύγου του απιστίας. Εις τον τοίχον του γραφείου του είχε κρεμάσει τας εικόνας του Ηφαίστου, του Αγαμέμνονος, του Μενελάου, του Βελισαρίου, του Ερρίκου Δ΄ και την ιδικήν του φωτογραφίαν πλησίον των «ενδόξων αυτού συναδέλφων». Καθ’ όλην την πενταετή διάρκειαν του συζυγικού αυτού βίου ουδέποτε εξέφυγεν από τα χείλη του, ούτε παράπονον ούτε επίπληξις, ούτε μομφή, ούτε παρατήρησις καμμία, αλλά μόνον ειρωνείαι, σκώμματα και μειδιάματα τόσον φαρμακερά, ώστε ζήτημα απέμενε δια πολλούς αν πράγματι απέθανεν από καρκίνον, ή μάλλον εκ της δριμύτητος αυτών η μακαρίτις. Οπωσδήποτε ευθύς μετά την λήξιν του πένθους εκηρύχθη και πάλιν υποψήφιος γαμβρός. Εκ φόβου όμως, ως έλεγε, μη εξαντληθή το πνεύμα του, αν ηναγκάζετο να κάμη όσην πριν κατάχρησιν αυτού προς υπεράσπισιν της τιμής του, απήτει ήδη παρά της μελλούσης κυρίας Χαλδούπη τρία τινά· να ήναι άσχημη, κουτή και πλουσία. Την περιζήτητον ταύτην τριάδα προσόντων είχεν εύρει συνηνωμένην εις το πρόσωπον της δεσποινίδος Παναγιώτας Τουρλωτής, είδος τι νεαρού ιπποποτάμου, του οποίου ο όγκος εφόβιζε πάντας τους άλλους προικοδιώκτας.
Ο αλλόκοτος ούτος άνθρωπος, αφού με παρετήρησεν επί τινας στιγμάς με οχληράν επιμονήν,
― Τι έχεις; με ηρώτησε· τα μάτια σου είναι βουρκωμένα σαν τα βουνά της Γούρας.
― Τίποτε, απεκρίθην, με πονεί ολίγον το κεφάλι.
― Και πολύ περισσότερον σε πονεί ότι δεν με ήκουσες όταν σου έλεγα ότι δεν είναι δια σένα η Χριστίνα· ότι έχει εις τας φλέβας της πολύ αίμα και κάποιαν ομοιότητα με την μακαρίτισσάν μου εις την φυσιογνωμίαν. Βλέπω κοντά της τον παλαιόν της φίλον Κάρολον Βιτούρην, επρόσθεσε δεικνύων τον εξακολουθούντα να συνομιλή μετ’ αυτής ξανθόν νεανίσκον. Φαίνεται ότι έχουν πολλά να είπουν.
― Τον παλαιόν της φίλον; ηρώτησα εγώ. Πώς γίνεται να μην τον γνωρίζω; Πρώτην φοράν τον βλέπω.
― Δια τον λόγον ότι μόνον προχθές επέστρεψεν από την Ευρώπην. Προ πέντε ετών, πριν αποκατασταθής συ εις την Σύραν, ήτο ερωτευμένος, τρελλός με την Χριστίναν, την οποίαν δεν του έδωκαν, διότι δεν είχε τα μέσα να την συντηρήση. Η απελπισία του ήτο τόση, ώστε ήθελε ν’ αυτοχειριασθή, και θα το έκαμνεν ίσως, αν δεν ανελάμβανεν η γυναίκα μου να τον παρηγορήση. Ήτο, νομίζω, ο πρώτος της εραστής. Τους συνέλαβα επ’ αυτοφώρω, εις τον κήπον του Κωυμού, μίαν ημέραν, όπου είχα υπάγει να επισκεφθώ την Ανίκαν. Η γυναίκα μου τον εβαρέθη ογλήγορα, διότι ήτο πάρα πολύ αισθηματικός. Έπειτα φαίνεται, ότι εξηκολούθει να ενθυμείται την ιδικήν σου. Τον έστειλαν τότε εις την Γαλλίαν να τας λησμονήση και τας δύο και να σπουδάση φαρμακευτικήν δια να διαδεχθή τον πατέρα του. Φαίνεται όμως ότι δεν κατώρθωσε να εύρη λησμοβότανον. Παρατήρησε πώς τρώγει την Χριστίναν με τα μάτια. Σε συμβουλεύω να τον προσέχης και να μη συχνοφέρνης την γυναίκα σου εις τους χορούς.
― Θ’ ακολουθήσω την συμβουλήν σου.
― Μη λησμονήσης ότι, αν φανής ζηλιάρης, αν την στενοχωρήσης και ζητήσης να την περιορίσης, είναι ακόμη βεβαιότερον ότι θα την πάθης.
― Τί θέλεις τότε να κάμω;
― Ούτ’ εγώ δεν ηξεύρω. Αφού δεν ήκουσες την συμβουλήν μου, το καλλίτερον όπου έχω τώρα να σου συστήσω, είναι να μιμηθής τo παράδειγμά μου, και, ό,τι και αν σου συμβή να μην το πάρης κατάκαρδα. Να σκεφθής ότι το πράγμα καθ’ εαυτό δεν είναι τίποτε και να κρεμάσης και συ εις τον τοίχον σου τας εικόνας του Αγαμέμνονος, του Ηφαίστου, του Μενελάου…
Ηγέρθην αποτόμως φοβούμενος μήπως δεν δυνηθώ ν’ αντισταθώ εις τον πειρασμόν να πτύσω εις το πρόσωπον του παλιανθρώπου εκείνου, κατ’ εκείνην την στιγμήν ήρχιζε το cotillon, το οποίον μ’ εφάνη ατελεύτητον. Δόξα τω Θεώ ετελείωσε κι εκείνο και ήρχισεν ο κόσμος να φεύγη. Επήγα να φέρω την γούνα της γυναικός μου, την εκουκούλωσα και εβαδίζαμεν προς την θύραν, όταν μας έφραξαν τον δρόμον τρεις χορευταί, ισχυριζόμενοι ότι απέμενε να χορευθή το galopo finale και ότι η κυρία μου το είχεν υποσχεθή και εις τους τρεις. Εκείνη δεν ενθυμείτο καλά. Ο απλούστατος και συνηθισμένος τρόπος συμβιβασμού των απαιτήσεων ήτο να είπη ότι είναι κουρασμένη και να μη χορεύση με κανένα. Αντί τούτου επρότεινε να τραβήξουν κόμπο. Η τύχη, ίσως δε και κάποια λαθροχειρία, ηυνόησε τον Βιτούρην και το μαρτύριόν μου παρετάθη άλλην μίαν ώραν. Πρέπει εν τούτοις να ομολογήσω, ότι η μουσική του γαλόπου εκείνου, έργου του διευθυντού της ορχήστρας βιολιστού Πατσίφικου, ήτο ωραιοτάτη και ο ρυθμός τόσον ζωηρός, ώστε επτέρωσε τους πόδας και αυτού του κ. δημάρχου και άλλων εξ ίσου σεβασμίων Συριανών. Η περιφορά δίσκου θερμού οίνου εκορύφωσε την γενικήν ζωηρότητα και μόνος εγώ εχολόσκανα εις μίαν γωνίαν βλέπων την Χριστίναν να στροβιλίζη εις του Καρόλου τας αγκάλας. Ο Χαλδούπης ηθέλησε και πάλιν να με πλησιάση δια να χύση το φαρμάκι του εις την πληγήν μου, αλλά το βλέμμα το οποίον έρριψα επ’ αυτού, ήτο, ως φαίνεται, τόσον άγριον, ώστε εθεώρησε φρόνιμον να μου δείξη την ράχιν. Ανεχωρήσαμεν σχεδόν τελευταίοι, και, όταν εισήλθομεν εις τον κοιτώνα μας, εσήμαιναν αι πέντε.
Το παράδοξον, ή μάλλον εκείνο το οποίον μ’ εφάνη παράδοξον, αν και ήτο φυσικώτατον, είναι ότι όσα υπέφερα εις τον κατηραμένον εκείνον χορόν από την κακολογίαν του Χαλδούπη και την διαγωγήν της Χριστίνας, αντί να με ψυχράνουν με έκαναν να την ερωτευθώ ή τουλάχιστον να την επιθυμήσω σφοδρότερα και από την ημέραν όπου απεφάσισα να την πάρω δια να παύσω να την επιθυμώ. Πλην της ζηλείας και της δεκαημέρου στερήσεως συνετέλει εις έξαψιν του πόθου μου και η έκτακτος πολυτέλεια του εσωτερικού αυτής στολισμού, ο μεταξωτός στηθόδεσμος, τα κεντητά μεσοφόρια, τα ατλάζινα υποδήματα και το μεθυστικόν άρωμα της ίριδος και της υλαγγυλάγκης. Πάντα ταύτα ημπορούν οι ευτυχείς κάτοικοι των μεγάλων πόλεων να τα εύρουν όταν θέλουν με μίαν ή δύο εικοσιπεντάρας, αλλά δια τους δυστυχείς Συριανούς είναι πράγματα έκτακτα, τα οποία δεν απολαμβάνουν παρ’ όταν τύχη μεγάλος χορός, καθώς μόνον τα Χριστούγεννα και το Πάσχα γεύονται ψαθούρια, σαμπάνια και γάλον παραγεμιστόν. Όταν λοιπόν επλησίασα την Χριστίναν, πρέπει να υποθέσω ότι οι οφθαλμοί μου ήσαν ‘εύγλωττοι’, ως κατορθώνουν να γράφουν οι ελαφροί μας φιλόλογοι, τους οποίους είχα, ως φαίνεται, άδικον να περιπαίζω δια τούτο. Πριν τω όντι ανοίξω το στόμα έσπευσεν η Χριστίνα ν’ αποκριθή εις το βλέμμα μου: «Είμαι, καημένε, κατάκοπη, αφανισμένη, άφησέ με, σε παρακαλώ, απόψε».
Την εκαληνύχτισα με βαρυθυμίαν και απεσύρθην εις το ιδικόν μου δωμάτιον. Πρέπει όμως να είπω ότι δια το χωριστόν εκείνο δωμάτιον δεν έπταιεν εκείνη. Το είχα προτείνει εγώ μετά την επιστροφήν μας ως αριστοκρατικώτερον, και κατά τι δια τον λόγον ότι είχα παραχορτάσει εις την Ζιάν. Πλην των άλλων έχουν και τούτο το αλλόκοτον οι ερωτευμένοι, ότι δεν δύνανται να εννοήσωσιν ούτε ότι ενδέχεται να πεινάσουν, όταν ήναι χορτάτοι, ούτε ότι ημπορούν να χορτάσουν, όταν ήναι πεινασμένοι.
Την επιούσαν εκοιμάτο ακόμη όταν επήγα περί τας ένδεκα εις το γραφείον μου. Κατά την επιστροφήν μου την ευρήκα εις το πιάνο ευδιάθετον και ζωηράν.
― Άκουσε, με είπε, τί ωραίον είναι αυτό το γαλόπ. Εγώ όπου δεν ημπορώ να παίξω τίποτε χωρίς τετράδιον, μίαν φοράν το ήκουσα και το ενθυμούμαι ολόκληρον.
Ταύτα λέγουσα ήρχισε να κυμβαλίζη το τρισκατάρατον γαλόπ του χθεσινού χορού, του οποίου οι ήχοι μού ενθύμιζαν τα βάσανά μου.
― Είμαι, απήντησα αποτόμως, ολίγον ζαλισμένος και η μουσική με πειράζει. Άφησέ το, σε παρακαλώ, δι’ άλλην φοράν.
Μ’ εκοίταξε με κάποιαν απορίαν, έκλεισε το πιάνο και επήγε να στηριχθή εις το παράθυρον. Μετ’ ολίγον την είδα να χαιρετά με πολλήν χάριν και φιλοφροσύνην.
― Ποίον εχαιρέτησες; ηρώτησα με όσην ηδυνήθην να υποκριθώ αδιαφορίαν.
― Τον δάσκαλον του χορού, τον γέρο Κουέρτζην.
Έτρεξα εις το παράθυρον του γειτονικού δωματίου και είδα τω όντι να διαβαίνη τον γέροντα Κουέρτζην, αλλά στηριζόμενον εις τον βραχίονα του νέου Καρόλου Βιτούρη. Διατί λοιπόν να μου αναφέρη μόνον τον Κουέρτζην, ενώ πιθανώτατον ήτο ότι έλαχεν εις τον σύντροφόν του η λεόντειος μερίς του χαιρετισμού;
Το έτος εκείνο υπήρξεν εκτάκτως ευτυχές δια τους Συριανούς, οι οποίοι μετά το κλείσιμον των ισολογισμών των έπαθαν από την χαράν των χορομανίαν. Εις διάστημα ενός μηνός εδόθησαν ένδεκα μεγάλαι και μικραί χοροεσπερίδες. Η Χριστίνα δεν έκαμεν άλλο παρά να ετοιμάζεται όλην την ημέραν, να κουράζεται όλην την νύκτα και να ξεκουράζεται την επομένην· ούτ’ εγώ άλλο τίποτε παρά να την συνοδεύω, ν’ αγρυπνώ, ν’ ανησυχώ, να ζηλεύω, να κατασκοπεύω και να βλέπω εις τον ύπνον μου τον Ήφαιστον, τον Μενέλαον και τον Βιτούρην. Ούτος εξηκολούθει να συχνοδιαβαίνη από τα παράθυρά μας. Ευτυχώς τα έθιμα της νήσου δεν συγχωρούν επισκέψεις παρά μόνον κατά την πρώτην του έτους και την εορτήν του οικοδεσπότου. Επίσκεψις ανδρός εις κυρίαν καθ’ ημέραν και ώραν εργάσιμον θα ήτο εις την Σύραν σκάνδαλον ουχί μικρότερον της παραβιάσεως χαρεμίου. Απέμεναν όμως οι χοροί και αι εις τα βαπόρια και την πλατείαν καθημεριναί συναντήσεις. Πλην αυτών έτυχε να ίδω δύο ή τρεις φοράς την γυναίκα μου εξερχομένην από το φαρμακείον του Βιτούρη. Τούτο όμως δεν ηδυνάμην να θεωρήσω ως επιλήψιμον ουδέ καν ως ύποπτον, αφού από εκεί επρομηθεύοντο αι Συριαναί της υψηλής περιωπής τα πασαλείμματα και τα μυρωδικά των. Η σκέψις όμως αύτη δεν μ’ εμπόδιζε να τρώγωμαι και ν’ ανησυχώ.
Εκείνο όμως το οποίον περισσότερον απ’ όλα μ’ εβασάνιζε και μ’ εστενοχωρούσε ήτο, ότι σπανίως κατώρθωνα να ίδω μόνην και ήσυχην την Χριστίναν. Ούτε στρατάρχης κατά την παραμονήν κρισίμου μάχης ηδύνατο να ήναι όσον εκείνη απησχολημένος. Τα τρεξίματα εις τα εμπορικά διεδέχοντο τα συμβούλια με τας φιληνάδας της. Πότε τα είχε με την ράπτριαν, η οποία δεν εφύλαξεν την υπόσχεσίν της, και πότε με τον μονάκριβον της Σύρου κτενιστήν Αναστάσην, διότι εβράδυνεν να έλθη, ή ετόλμησεν ο αχρείος να της προτείνη να την κτενίζη από το μεσημέρι, διότι δεν του επερίσσευε καιρός το εσπέρας. Κατόπιν τούτων ήρχετο η κούρασις του χορού, το νύσταγμα ευθύς μετά την επιστροφήν, ο βαθύς ύπνος της έως το μεσημέρι και η ιδική μου βασανιστική αγρυπνία. Δεν κατώρθωνα, όχι να κοιμηθώ, αλλ’ ουδέ καν να μένω ήσυχος επί της κλίνης μου. Ως βασανίζει τον διαβάτην της ερήμου η οπτασία βρύσεων, ποταμών και χλοερών λειμώνων, ούτω και εμέ η ανάμνησις των καλών ημερών της Κέας, της μοναξίας, της ησυχίας και της Χριστίνας εξηπλωμένης ολοκλήρους ώρας επάνω εις το τουρκικό διβάνι με άσπρον οικιακόν φόρεμα και βιβλίον εις την χείρα. Και εκείνο το οποίον με φλογερώτερον πόθον ενθυμούμην δεν ήσαν του μέλιτος οι απολαύσεις, όσον η διαδεχομένη ταύτας γαλήνη και ισορροπία του πνεύματος και των αισθήσεων, η οποία μου επέτρεπε να εντρυφήσω και εις τας άλλας του βίου απολαύσεις. Ενώ τώρα η εκ της ζηλείας και της στερήσεως συγκέντρωσις των πόθων μου εις έν μόνον πράγμα με είχε μεταβάλει, εμέ τον φρόνιμον Συριανόν, εις είδος τι Οδοιπόρου ή Ερωτοκρίτου απαγγέλλοντος θρηνώδεις μονολόγους.
Νύκτα τινά, μη αντέχων πλέον, ήνοιξα αθορύβως την χωρίζουσαν ημάς θύραν και επροχώρησα βήματά τινα προς την κλίνην της. Τον θάλαμον εφώτιζε κατά το σύνηθες κυανή κανδήλα καίουσα προ του εικονοστασίου. Το γαλάζιον εκείνο φως, το μεταδίδον χροιάν ονείρου εις την πραγματικότητα, ήτο κ’ εκείνο ιδική μου εφεύρεσις των καλών ημερών της Κέας. Ο κάματος και ο νυσταγμός της κατά την επιστροφήν ήτο τοσούτος, ώστε είχεν αφήσει όλα τα πράγματα άνω κάτω. Το φόρεμα εις μίαν άκραν του σοφά, τα φουσκώματα καταγής, τον στηθόδεσμον εις γωνίαν της κλίνης, την γιρλάνδαν επί της προτομής του Κοραή, και σκορπισμένα εις όλα τα καθίσματα το ριπίδιον, την ανθοδέσμην, τα χειρόκτια και τα παράσημα του cotillon. Ο ευνοούμενος αυτής γάτος εκοιμάτο επάνω εις το άσπρον της βoυρνoύζι και επί των μαρμάρων της εστίας εσπινθήριζον τα πετράδια των βραχιολίων και του περιδεραίου. Το δωμάτιον ωμοίαζε ναόν της θεάς Ακαταστασίας. Αδύνατον όμως ήτο να είναι άχαρι το χάος εκείνο, του οποίου ήσαν τόσον εύμορφα όλα τα συστατικά. Εις τα λοιπά προσόντα της Χριστίνας πρέπει να προσθέσω και ότι εσυνείθιζε να κοιμάται με έν γόνατον λυγισμένον και την χείρα όπισθεν της κεφαλής, ως το αρχαίον άγαλμα του Ερμαφροδίτου. Κατ’ εκείνην την στιγμήν έβλεπε πιθανώς εις τον ύπνον της τους θριάμβους της εις την Λέσχην, ως υπέθεσα εκ της διαστολής των χειλέων της εις μειδίαμα κατά πάντα όμοιον μ’ εκείνα τα οποία εμοίραζεν εις τους χορευτάς της. Επροχώρησα έν άλλο βήμα. Αλλ’ αίφνης εκάρφωσε τους πόδας μου εις το έδαφος η σκέψις ότι, αν την εξύπνιζα, θα διεδέχετο το γλυκύ εκείνο μειδίαμα μορφασμός δυσαρεσκείας, έν χάσμημα, έν ουφ! και έν γύρισμα της πλάτης. Ουδέ θα ήτο όλως αδικαιολόγητος η τοιαύτη υποδοχή, αφού μόλις προ μιας ώρας είχε κατακλιθή και διεφαίνετο ήδη δια των χαραμίδων του παραθύρου το θολόν φως της χειμερινής πρωίας. Απεσύρθην ακροποδητί, έκλεισα την θύραν και ήρχισα πάλιν τον περίπατον και τον μονόλογόν μου. Όταν εσυλλογιζόμην πόσον εύκολον θα ήτο εις την γυναίκα εκείνην να με καταστήση τον ευτυχέστερον των ανθρώπων, αν κατά τι ολιγώτερον ηγάπα τας διασκεδάσεις και την εργολαβίαν, με ήρχετο όρεξις να την πνίξω. Ο κίνδυνος όμως αυτής δεν ήτο μεγάλος. Δεν πιστεύω να υπάρχη εις τον κόσμον μαλακωτέρα της ιδικής μου καρδίας. Αν επρόκειτο να σφάξω ο ίδιος τα ορνίθια, τα οποία τρώγω, νομίζω ότι θα επροτιμούσα να τρέφωμαι με πίτυρα καθώς εκείνα.
Τους κλίνοντας να με θεωρήσωσιν εκ των ανωτέρω ως βλάκα, παρακαλώ να σκεφθώσι πόσον δύσκολος είναι η θέσις του μη δυναμένου ούτε ως εραστής να παρακαλέση, χωρίς να γίνη γελοίος, ούτε ως σύζυγος ν’ απαιτήση, χωρίς να γίνη μισητός. Αμφότερα ταύτα τόσον πολύ εφοβούμην, ώστε αν συνέβαινέ ποτε να μ’ ερωτήση η Χριστίνα διατί δεν τρώγω ή διατί δεν έχω διάθεσιν, απεκρινόμην συκοφαντών πότε το στομάχι, πότε την κεφαλήν μου, πότε τα δόντια και άλλοτε τα νεύρα, τον δε πραγματικόν μου πόνον επροσπάθουν ως έγκλημα να κρύψω. Κάλλιστα τω όντι εγνώριζα ότι όλα δύναται γυνή να συγχωρήση, και απιστίας, και ύβρεις, και ξύλον και παν άλλο, πλην ενός μόνου, το να την αγαπά τις περισσότερον παρ’ όσον της αξίζει. Εις τον διαπράξαντα την ανοησίαν να ομολογήση εις γυναίκα πόσον εξ αιτίας της υποφέρει δεν απομένει άλλο να πράξη, παρά να χωρισθή αυτής αυθημερόν ή να υπάγη να πέση εις την θάλασσαν με πέτραν εις τον λαιμόν.
Δύο ημέρας μετά την οδυνηράν εκείνην αγρυπνίαν επιστρέψας εκ του γραφείου μου κατά τι ενωρίτερα του συνήθους είδα την Χριστίναν αλλάσσουσαν όψιν και σπεύδουσαν να κρύψη χαρτίον τι, το οποίον εκράτει, όπισθεν του καθρέπτου. Ο νους μου υπήγεν αμέσως εις τον Βιτούρην, και την υποψίαν μου ότι η επιστολή ήτο ιδική του μετέβαλεν εις βεβαιότητα η αυξάνουσα της γυναικός μου σύγχυσις και στενοχωρία. Ουδ’ ήτο πλέον δυνατή εις την περίπτωσιν ταύτην η εφαρμογή του συστήματός μου να ανέχωμαι τα πάντα εν σιωπή εκ φόβου χειροτέρων, αφού πιθανώτατον ήτο ότι περιείχετο εις τον φάκελλον εκείνον η απόδειξις, ότι δεν έμεναν άλλα χειρότερα να φοβηθώ.
Την επικειμένην έκρηξιν επρόλαβεν απότομον άνοιγμα της θύρας, διάχυσις ευωδίας μόσχου και ορμητική εισπήδησις εις την αίθουσαν της ζωηράς ημών δημαρχίνας, ερχομένης να δείξη εις την γυναίκα μου το νέον αυτής επανωφόριον με σειρήτια από πτερά λοφοφόρου. Η Χριστίνα ηναγκάσθη θέλουσα και μη θέλουσα να την δεξιωθή, ενώ εγώ, υποκρινόμενος ότι θέλω ν’ αφήσω τας κυρίας να είπωσι τα ιδιαίτερά των, απεσυρόμην εις το γειτονικόν δωμάτιον, αφού έλαβα αναφανδόν τον φάκελλον από τον καθρέπτην. Αι χείρες μου έτρεμαν όταν τον ήνοιξα. Αντί όμως επιστολής του ρωμαντικού Καρόλου εύρον εντός αυτού τρεις λογαριασμούς των κυρίων Πούλου, Γιαννοπούλου και Γεραλοπούλου δια μεταξωτά, καπέλλα, βλόνδας, κορδέλλας και άλλα είδη, των οποίων ανήρχετο το άθροισμα εις δραχμάς δύο χιλιάδας επτακοσίας. Το ποσόν ήτο βεβαίως μεγάλον, αλλά πολύ μεγαλυτέρα αυτού η ανακούφισις την οποίαν ησθάνθην εκ της αποδείξεως, ότι άδικον είχα να νομίζωμαι συνάδελφος του Χαλδούπη. Η χαρά μου ήτο ως καταδίκου, του οποίου θα μετεβάλλετο ανελπίστως εις απλούν πρόστιμον η θανατική ποινή. Υπό το κράτος του αισθήματος τούτου, όταν μετά την αναχώρησιν της επισκέψεως προσήλθεν η Χριστίνα κάπως δειλή, μαγκωμένη και πιστεύουσα ότι είχε μεγάλην ανάγκην ν’ απολογηθή και να μ’ εξευμενίση, αντί πάσης άλλης παρατηρήσεως ή παραπόνου έτρεξα να την ασπασθώ ολοψύχως, λέγων προς αυτήν: «Μη σε μέλει». Η έκπληξίς της υπήρξε μεγάλη. Δύσκολον τω όντι ήτο να μαντεύση πώς συνέβη να θεωρήσω άξιον φιλοφρονήσεων και φιλημάτων το κατόρθωμά της, να σπαταλήση το εισόδημά μας μιας εξαμηνίας εις διάστημα ολίγων ημερών.
Μετ’ ολίγον υπήγε να ετοιμασθή δια τον εσπερινόν περίπατον. Αλλ’ ο ουρανός εθόλωσεν απροσδοκήτως· έλαμψαν αστραπαί και ήρχισε να βρέχη ποταμηδόν. Εκαθήμην εις το παράθυρον της μικράς αιθούσης μας, παρατηρών τον κατακυλιόμενον από τα ύψη της Άνω Σύρου κίτρινον καταρράκτην παρασύροντα εις το βορβορώδες ρεύμα του φλοιούς πορτοκαλίων, συντρίμματα φιαλών, απόμαχα υποδήματα και πτώματα ορνίθων και ποντικών, όταν αίφνης αντικατέστησε το πανόραμα εκείνο βαθύ σκότος απλωθέν και επί των δύο μου οφθαλμών. Αιτία της εκλείψεως ήσαν αι χείρες της Χριστίνας, ήτις απελπισθείσα να εξέλθη είχεν επιστρέψει αθορύβως και βλέπουσά με αφηρημένον διεσκέδασε να με τυφλώση. Τούτο μου ενεθύμισε περασμένας καλάς ημέρας. Χάρις εις την θεόσταλτον εκείνην καταιγίδα ευρισκόμεθα τέλος πάντων ήσυχοι και μόνοι πρώτην φοράν μετά την επιστροφήν μας. Όταν ηυδόκησε ν’ αποσύρη τας χείρας της, η έκφρασις του βλέμματός μου ήτο, ως φαίνεται, και πάλιν τόσο ‘εύγλωττος’, ώστε έβαψεν ελαφρόν ερύθημα την παρειάν της. Έπειτα εμειδίασεν, έστρεψε διαβαίνουσα προ της θύρας το κλείθρον, υπήγε να καθήση εις τον σοφάν και μ’ ένευσε να υπάγω κοντά της. Κατ’ εκείνην ακριβώς την στιγμήν, ενώ εβυθιζόμην εις πέλαγος ηδυπαθείας, εκορυφώνετο της καταιγίδος η μανία. Η βροχή είχε μεταβληθή εις κατακλυσμόν, ο άνεμος ανήρπαζε κεραμίδια και αντήχουν αλλεπάλληλοι αι βρονταί. Ήθελα δεν ήθελα μου επέκλωθεν η μοίρα μου να είμαι ρωμαντικός. Τους φλογερούς πόθους και τους νυκτερινούς μονολόγους διεδέχοντο μανδαλώματα της θύρας και εκτάσεις επί διβανίων υπό τους συριγμούς της ανεμοζάλης. Ματαία λοιπόν εφαίνετο η αντίστασίς μου κατά του πεπρωμένου και πολύ προτιμότερον να στέρξω τα πράγματα όπως ήσαν. Πρέπει δε και να ομολογήσω ότι είχεν ολιγοστεύσει κατά πολύ εις διάστημα μιας μόνης ώρας η αντιπάθειά μου κατά του ρωμαντισμού.
Συγκρίνων τω όντι τας ησύχους καθημερινάς απολαύσεις της Κέας προς το ηδυπαθές ρίγος, το οποίον με κατέλαβεν όταν μετά δεκαήμερον εξορίαν μού ένευσε προ ολίγου η Χριστίνα να υπάγω κοντά της, κατήντησα εις το συμπέρασμα ότι το ποσόν μακαριότητος, το οποίον δύναταί τις να αισθανθή πλησίον γυναικός, είναι ακριβώς ανάλογον της ανησυχίας, της ζήλειας, των στερήσεων και των άλλων βασάνων όσα προηγήθησαν αυτού. Μόνος ο διελθών δια τοιούτου καθαρτηρίου λαμβάνει έπειτα το χάρισμα να εισδύση εις το αγιαστήριον της υπερτάτης ηδυπαθείας. Τας πύλας αυτού δεν δύναται να μας ανοίξη ούτε σεμνή παρθένος, ούτε φιλόστοργος σύζυγος, ούτε υπεραγαπώσα ημάς ερωμένη, αλλά μόνον γυνή φιλάρεσκος, ιδιότροπος και όχι καθ’ ημέραν καλή.
Οι χοροί εξηκολούθησαν όχι όμως και η ταράττουσα τον ύπνον μου ιδιαιτέρα προς τον Βιτούρην εύνοια της Χριστίνας, η οποία εφαίνετο ήδη προτιμώσα των στεναγμών και των ξανθών πλοκάμων του αισθηματικού νεανίσκου τους μαύρους μύστακας και τους πλατείς ώμους του αρειμανίου ημών φρουράρχου. Μετ’ ολίγας όμως ημέρας εύρεν αυτόν χονδράνθρωπον, συγκρίνουσα τους ελληνοπρεπείς τρόπους του προς την έξοχον ευγένειαν, την χάριν και την ευφυΐαν του νεωστί διορισθέντος προξένου της Γαλλίας. Ουδέ τούτου όμως υπήρξε μακρά η βασιλεία. Την κομψότητα του παρισινού φράκου του εσκέπασε μετ’ ολίγον η λάμψις της στολής και των παρασήμων του αρχηγού της αγγλικής μοίρας. Έπειτα ήλθεν η σειρά του Iταλού αυτοσχεδιαστού Ρεγάλδη, περιηγουμένου την Ανατολήν προς συλλογήν δαφνών και ταλλήρων, και μη απαξιώσαντος τα συριανά. Τον γέροντα τούτον κύκνον της Νοβάρας διεσκέδασε να κρατήση επί όλον μήνα εις την Σύρον, και εις τοιούτον βαθμόν ν’ απομωράνη, ώστε μη αρκούμενος εις όσα έγραφεν εις το λεύκωμά της ακροστίχια, απήγγειλε και από της σκηνής ύμνον ‘Εις την Σειρήνα του Αιγαίου’, υπερσκανδαλίσαντα τους Συριανούς και προ πάντων τους μη εννοούντας ιταλικά. Αλλ’ εγώ ήμην ήδη πολύ ησυχώτερος βλέπων τους ευνοουμένους να διαδέχωνται αλλήλους ως φαντάσματα μυθικής λυχνίας.
Δύσκολον τω όντι ήτο να εύρη καιρόν ν’ αγαπήση κανένα η επιχειρούσα τον κόσμον όλον να κατακτήση. Την άμετρον φιλαρέσκειαν της γυναικός μου εσυνείθισα βαθμηδόν να θεωρώ ως ασφάλειαν κατά της μεγάλης συμφοράς, ως είδος τι αλεξικεραύνου, ή, ως θα έλεγεν ο Χαλδούπης, ‘αλεξικεράτου’. Το μόνον το οποίον εξηκολούθει να με στενοχωρή ήτο, ότι ολίγος της επερίσσευε και δι’ εμέ καιρός. Είχον απελπισθή να την ίδω ήσυχον προ της μυριοποθήτου σαρακοστής, όταν διέκοψεν αιφνιδίως τας διασκεδάσεις ο θάνατος του γέροντος Μισέ Λιονή Λεγάμενου, συγγενεύοντος με όλον τον χορευτικόν κόσμον της νήσου. Ουδ’ αυτοί, πιστεύω, οι κληρονομούντες περί το εκατομμύριον ανεψιοί του ηκολούθησαν την κηδείαν με περισσοτέραν της ιδικής μου προς τον ευδοκήσαντα ν’ αποθάνη ευγνωμοσύνην.
Ως τα κακά, ούτω και τα ευτυχήματα σπανίως έρχονται μόνα. Ολίγας ημέρας μετά την απαλλαγήν μου από τον εφιάλτην των χορών, παραβάλλων προς την ‘Εφημερίδα των Κληρώσεων’ τας πέντε λαχειοφόρους του Αμβούργου, τας οποίας είχα κληρονομήσει από τον μακαρίτην θείον μου, εθαμβώθην υπό του αριθμού 14.517. Ήτο ο τρίτος κληρωθείς και εκέρδιζε πεντήκοντα πέντε χιλιάδας φιορίνια, υπέρ τας τριακοσίας χιλιάδας συριανάς δραχμάς! Έτρεξα ασθμαίνων ν’ αναγγείλω την καλήν είδησιν εις την Χριστίναν, η οποία έλειπεν ευτυχώς εις επισκέψεις. Λέγω ευτυχώς, διότι η απουσία της μ’ έδωκε καιρόν να σκεφθώ, ότι πολύ περισσοτέραν θα ησθάνετο προς εμέ ευγνωμοσύνην και κάλλιον θα με αντήμειβεν αν, αντί να με ηξεύρη πλούσιον, με υπέθετεν υπέρ τας δυνάμεις μου πρόθυμον να την ευχαριστήσω. Χωρίς λοιπόν να είπω τίποτε εις κανένα ανεχώρησα μετά τρεις ημέρας εις Βιέννην υπό το πρόσχημα να συμβουλευθώ ειδικόν ιατρόν δια τας ανυπάρκτους ενοχλήσεις του στομάχου, τας οποίας επροφασιζόμην προ δύο μηνών προς απόκρυψιν των ψυχικών μου βασάνων. Εκ Βιέννης εξεπήδησα εις Αμβούργον και, αφού εισέπραξα και ετοποθέτησα το κέρδος μου εις ανώνυμα χρεώγραφα, επανήλθα μετά τρεις εβδομάδας, κομίζων εις την Χριστίναν διπλάσια των όσα με είχε παραγγείλει στολίδια. Παρατηρών την έκπληξιν και την χαράν της κατά το άνοιγμα του κιβωτίου, ανελογιζόμην, συγχαίρων εμαυτόν δια την υποκρισίαν μου, πόσον ευτελεστέρα θα της εφαίνετο η προσφορά μου, αν εγνώριζε την απροσδόκητον μεγαλοδωρίαν της τύχης. Απαραίτητος όρος αρμονικής συμβιώσεως με γυναίκα φιλάρεσκον είναι ν’ αποκρύπτη τις επιμελώς εις αυτήν δύο τινά: τα εννέα δέκατα της αγάπης του και το ήμισυ τουλάχιστον της περιουσίας του. ευγνωμοσύνην.
Oυδεμίαν αισθανόμενος όρεξιν να θαμβώσω τους Συριανούς επροτίμησα πάσης επιδείξεως αθόρυβον και σχεδόν λαθραίαν αύξησιν ευζωίας. Παρήτησα την θέσιν μου, προτείνων ότι θα εκέρδιζα περισσότερα εργαζόμενος δια λογαριασμόν μου, και υπό την πρόφασιν ότι έσταζαν, όταν έβρεχε, δύο ταβάνια, ανεκαίνισα ολόκληρον την οικίαν μου. Τας τοιχογραφίας ανέθεσα εις Iταλόν πρόσφυγα ονόματι Ορσάτην, πρώην σκηνογράφον του θεάτρου της Σκάλας. Ούτος επέτυχε προ πάντων εις την διακόσμησιν του κοιτώνος της Χριστίνας, τον οποίον μετέβαλεν εις τέλειον ανατολικόν οδάν κατά μίμησιν της Ζαΐρας εις το ομώνυμον μελόδραμα του Βελλίνη. Την ομοιότητα συνεπλήρωσαν βαρέα παραπετάσματα της Προύσσας, διβάνιον εστρωμένον με χρυσοκέντητον ύφασμα, προερχόμενον εκ παλαιάς αρχιερατικής στολής, περσικόν μαγκάλι, σκαμνία μ’ επικολλήματα μαργαριτομάννας, και επάργυρος βυζαντινή κολυμβήθρα, μεταβληθείσα εις μεγαλοπρεπές ανθοδοχείον. Πάντα ταύτα είχε προμηθευθή ευθηνά ο διακοσμητής κατά τινα εκδρομήν του εις την Νάξον, όπου εσώζοντο ακόμη ικανά λείψανα φραγκοτουρκικής πολυτελείας, και κατώρθωσε να συναρμόση προς άλληλα με τοσαύτην φιλοκαλίαν και ακριβή γνώσιν των κανόνων της αντιθέσεως των χρωμάτων και της διανομής του φωτός, ώστε κατέθελγον αντί να θαμβώνωσι τον οφθαλμόν. Ο αυτός πολύτιμος άνθρωπος μ’ εβοήθησε να υφαρπάσω δια πλειοδοσίας ή, ως λέγουν οι Συριανοί, να ‘ζευγατίσω’, την Mιλανέζαν μαγείρισσαν του επισκόπου της Άνω Σύρου, της οποίας ήσαν ονομαστά καθ’ όλας τας Κυκλάδας τα ραβιόλια, η γαριδόσουπα και το νηστίσιμον καπόνι. Η λύπη και η αγανάκτησις του αρχιφλάρου υπήρξε τοσαύτη, ώστε εθεώρησε πρέπον να με καταγγείλη εις τον πρέσβυν του επί ‘προσηλυτισμώ’.
Ο καλλωπισμός της φωλεάς της περιώρισε κατά τι το αδιάλειπτον εκτός αυτής πτερύγισμα της Χριστίνας. Την οικοκυρικήν ταύτην διάθεσιν επροσπάθουν να ενθαρρύνω, προσφέρων εις αυτήν παν ό,τι ενόμιζα ότι δύναται να την διασκεδάση: γάστρας καμελιών, συλλογήν γραμματοσήμων, πιάνο χωρίς ουράν, στερεοσκόπιον, διδάσκαλον φωνητικής μουσικής και γάτον της Αγκύρας. Ταύτα εδέχετο με πολλήν ευγνωμοσύνην και εφαίνετο επί τινα καιρόν ενθουσιασμένη. Ημέραν όμως τινά, αφού ηρώτησε την τιμήν των αργυρών σκευών δια το τζάι, τα οποία της είχα προσφέρει δια την εορτήν της, ανέκραξε μετά τινος μελαγχολίας:
― Κρίμα τα τόσα χρήματα. Με αυτάς τας εξακοσίας δραχμάς θα έκαμνα ένα φόρεμα από βελούδον.
― Κάμε, απεκρίθην, και το φόρεμα.
Επήδησεν από την χαράν της, με ησπάσθη και εις τας δύο παρειάς και έτρεξε να το παραγγείλη. Η μανία της δια τα στολίδια εφαίνετο ανεπίδεκτος θεραπείας, αλλ’ ευτυχώς δεν μ’ έλειπαν τα μέσα να την ευχαριστήσω. Δίκαιον όμως ενόμισα να μεταχειρισθώ αυτήν προς αύξησιν των ιδικών μου απολαύσεων. Προς τούτο την ενέγραψα συνδρομήτριαν εις την ‘Chrοnique Elégante’ και την ‘Vie Ραrisienne’, εκ των οποίων δεν εβράδυνε να διδαχθή, ότι η αληθής πολυτέλεια της καθημερινής ενδυμασίας δεν συνίσταται εις το να σκεπάζη, ως αι συριαναί αρχόντισσαι, με ατλάζι και μουαρέν βαμβακεράς καμιζόλας και τσίτινα μεσοφόρια, αλλά πολύ μάλλον εις το να κρύπτη υπό απλούστερον ύφασμα εκατοντάφραγκα υποκάμισα, μεταξίνους περικνημίδας, κεντήματα και δαντέλλας. Ούτω στολισμένη, εντός του χρυσοποικίλτου αυτής κοιτώνος, του οποίου παν κόσμημα και πάσα υφάσματος πτυχή είχε διατεθή υπό εμπείρου τεχνίτου συμφώνως προς τον προορισμόν της, ενώ εκάπνιζεν η αλόη εντός χρυσού θυμιατηρίου και έχυνε το σαπφείριον αυτής φως η κυανή κανδήλα, ωμοίαζεν η Χριστίνα είδωλον εντός ναού. Ουδέ περιωρίσθην επί πολύ εις μόνον τον γαλάζιον φωτισμόν, αλλ’ ως ο Δαρβίνος επί της βλαστήσεως των φυτών, ούτως ηθέλησα και εγώ να δοκιμάσω την επίδρασιν επί της φαντασίας και των αισθήσεων παντός χρωματισμού του φωτός. Γλυκύ ήτο το ρόδινον και ποιητικώτατον το θαλασσοπράσινον, αλλ’ ασυγκρίτως διεγερτικώτερον αυτών το λάμπον δια του ξανθοχρύσου υαλίου αρχαίας εκκλησιαστικής κανδήλας.
Κατάλληλος προ της εισόδου εις το τέμενος τούτο μυσταγωγία ήσαν βεβαίως τα αρχιερατικά δείπνα, τα οποία μας παρέθετεν η Μιλανέζα. Προς εκτίμησιν της ευλαβούς αυτής προσηλώσεως εις τους κανόνας και τας παραδόσεις της ορθοδόξου μαγειρικής αρκεί να είπω, ότι τον απαιτούμενον προς βράσιμον των αυγών καιρόν ώριζεν ακριβέστατα δια της απαγγελίας δύο Ανe Μaria, και πρώτη εδίδαξε τον ευνοούμενον αυτής ψαράν να σκοτώνη άμα εξήγοντο του δικτύου με βελόνην τα μπαρμπούνια, πριν ή πικράνωσι την σάρκαν των οι σπασμοί μακράς αγωνίας. Τας συναγρίδας έβραζε με παντός είδους αρωματικά βότανα εντός ζωμού αώρων πορτοκαλίων, και τους γάλους, ή, ως τους λέγουν οι Συριανοί, ‘κούρκους’, έτρεφε με μοσχοκάρυδα τρεις ημέρας πριν τους σφάξη. Το αριστούργημα όμως αυτής ήτο το εφευρεθέν υπό του Πάπα Κλήμεντος Γαγκανέλλη capon magro ή νηστίσιμον καπόνι, οψάριον δηλ. καρυκευμένον με χάβαρα, μύδια, γαρίδας και παντοία άλλα θαλασσινά. Αν και Συριανός, ούτε λαίμαργος είμαι, ούτε φαγάς, τα δε καλά γεύματα εξετίμων προ πάντων δια την έπειτα επερχομένην ιλαράν εκείνην της ψυχής διάθεσιν, ήτις μας κάμνει να λησμονώμεν τα βάσανά μας και να βλέπωμεν ως δια μεγεθυντικού φακού πάσας του βίου τας απολαύσεις. Τοιαύτην τινά ευδιαθεσίαν φαίνονται επιδιώκοντες οι ροφηταί οπίου και χασίς. Ταύτα έχουσι το πλεονέκτημα να ήναι πρόχειρα και ευθηνά, πολύ όμως απέχει η εξ αυτών νοσηρά διέγερσις από την μακαριότητα εκείνην, την οποία γεννά η περί πολυτελή τράπεζαν σύγχρονος ικανοποίησις όλων ημών των αισθήσεων, το θάλπος της εστίας, η επί των αργυρών και κρυσταλλίνων σκευών αντανάκλασις του φωτός, αι αναθυμιάσεις της ανθοδόχης, το θαλάσσιον άρωμα των οστρειδίων, δύο ή τρία ποτήρια γέροντος οίνου και η παρουσία νέας γυναικός, της οποίας ανάπτει βαθμηδόν η όψις και σπινθηρίζει το βλέμμα.
Ο χειμών επανέφερε τους χορούς με όλας αυτών τας ενοχλήσεις και ανησυχίας. Ταύτας όμως εμετρίαζε πολύ η καθ’ ημέραν αυξάνουσα πεποίθησίς μου ουχί εις την αγάπην ή την αρετήν, αλλ’ εις την φιλαρέσκειαν και τον εγωισμόν της γυναικός μου, τον ικανόν να την αποτρέψη από πάσαν επικίνδυνον τρέλλαν. Η Χριστίνα δεν ανήκε βεβαίως εις το γένος των τρυγόνων και των περιστερών, αλλά πολύ μάλλον, των παγωνίων. Οι πόθοι της εφαίνοντο περιοριζόμενοι εις το να θαμβώνη τας Συριανάς δια της πολυτελείας των εσθήτων της, και να ράπτη εις την άκραν αυτών πολυπληθές επιτελείον θαυμαστών. Eκ τούτων οι μεν επίσημοι ξένοι ήσαν ευτυχώς διαβατικά και κάπως μαδημένα υπό της ηλικίας πτηνά, της δε αυτόχθονος νεολαίας αι αισθηματικαί φράσεις είχαν μεγάλην ομοιότητα με τα ερωτικά δίστιχα, εις τα οποία τυλίγουν οι ζαχαροπλάσται τας καραμέλας. Έπειτα, όση και αν ήτο η μετριοφροσύνη μου, δεν ηδυνάμην να μη έχω πεποίθησίν τινα εις τα ιδικά μου έκτακτα συζυγικά προσόντα, την συγκατάβασιν, την υποκρισίαν, την υπομονήν μου, την αποχήν από πάσαν απαίτησιν και την πρόθυμον πληρωμήν παντός λογαριασμού.
Αληθές είναι, ότι υπέφερα πολύ όταν την έβλεπα να τρίβη τους γυμνούς ώμους της εις τας χρυσάς επωμίδας ναυτικού, ή ν’ αποσύρεται εις μίαν γωνίαν και επί πολλήν ώραν να κρυφομιλή όπισθεν του ριπιδίου της, και ακόμη περισσότερον όταν ευθύς μετά την επιστροφήν μας μου έλεγε ‘Καλήν νύκτα’. Αλλ’ η πείρα με είχε διδάξει να εξετάζω τα πράγματα και υπό τας δύο επόψεις. Η δε άλλη έποψις ήτο ότι, αν εφέρετο καλύτερα μαζί μου, θα την ηγάπων βεβαίως πολύ ολιγώτερον, αφού δια μόνης της δυσπιστίας, της ζηλείας και της ανησυχίας δύναται ο πόθος να διατηρηθή ακμαίος. Η πρώην πεζή γνώμη μου, η περιορίζουσα την ευτυχίαν εις την απαλλαγήν από τοιούτων βασάνων είχε μεταβληθή εξ ολοκλήρου άμα έφθασα να εννοήσω πόσον συντελούσι ταύτα προς κορύφωσιν της ηδυπαθείας. Άδικον λοιπόν και κάπως αχάριστον θα ήτο να παραπονεθώ κατά της γυναικός μου, διότι έπραττεν ακριβώς όσα έπρεπε να πράττη δια να καταστήση γλυκύτερα τα φιλήματά της. Αν είχα καθ’ ημέραν σύζυγον δεν θα είχα εκ διαλειμμάτων εκτάκτου ποιότητος ερωμένην.
Ταύτα εσκεπτόμην χλιαράν τινα εσπέραν της Tεσσαρακοστής, καπνίζων μετά το γεύμα επί του εξώστου, και δίδων άδικον εις τους μεμψιμοίρους εκείνους, τους κηρύττοντας τον κόσμον κακοκαμωμένον δια τον λόγον ότι τα ρόδα έχουσιν ακάνθας. Αντί να δυσανασχετώ δια ταύτας, ενόμιζα ότι θα ήτο μαύρη αχαριστία να μη δοξάσω τον Θεόν, αναλογιζόμενος ότι δεν ήμην ακόμη τριάντα ετών, ότι είχα τριάντα χιλιάδας δραχμάς εισόδημα, τριάντα εις το στόμα μου στερεούς οδόντας, στόμαχον στρουθοκαμήλου, γυναίκα ικανήν να ενσαρκώση τα όνειρα Συβαρίτου και μαγείρισσαν την οποίαν θα μ’ εζήλευεν ο Ταλλεϋράνδος. Τον βίον μου έβλεπα να εκτείνεται έμπροσθέν μου ως μακράν παράταξιν από καλά δείπνα, διαφανή σύννεφα δαντέλλας, λαμποκοπήματα μαύρων οφθαλμών και παντός χρώματος κανδήλας.

 

2. Ο σύλλογος των κοντών φουστανιών

Ότε, προ είκοσι περίπου ετών, εγευμάτιζα τακτικώς εις το Ξενοδοχείον των Ξένων έτυχε να σχετισθώ και βαθμηδόν φιλιωθώ με τον γείτονά μου εις την τράπεζαν κύριον Ερνέστον Τριάστερον, εταίρον της Γαλλικής Σχολής. Εις ταύτην είχε προσκολληθή μάλλον ως ερασιτέχνης παρά ως υποψήφιος καθηγητής της αρχαιολογίας. Ουδεμίαν τω όντι είχεν ανάγκην τοιαύτης θέσεως, κατέχων ήδη άλλην πολύ καλλιτέραν, ανεξαρτήτως της του μόνου κληρονόμου πλουσίας γεροντοκόρης, θείας της μητρός του. Η τοιαύτη ανεξαρτησία του έδωσεν εις αυτόν το δικαίωμα να ομολογήση απεριφράστως και ασυστόλως ότι ευρίσκει την αρχαιότητα κάπως απηρχαιωμένην και πληκτικήν. Ταύτης επροτίμα την νεάζουσαν ακόμη εθνολογικήν επιστήμην, καταγινόμενος να πλουτίση ταύτην δια μελετών των ηθών, των εθίμων και ιδίως της ψυχολογίας των συγχρόνων Ελλήνων. Προς τούτο είχε περιέλθει εντός διετίας ικανάς επαρχιακάς πόλεις και χωρία, ουχί ως ταχυδρόμος, αλλά διατρίβων εις εκάστην ημέρας προς συλλογήν πρωτοτύπων ηθογραφικών σημειώσεων.

Απαραίτητον των τοιούτων μελετών του εφόδιον ήτο η γνώσις της ζώσης ελληνικής, την οποίαν είχε κατωρθώσει να μάθη υποφερτώς από αξιολόγους δασκάλους, ξενοδόχους, αγωγιάτας, μίαν εύμορφην ράπτριαν και μίαν χειραφετημένην πρώην διδασκάλισσαν του Αρσακείου. Ο κ. Ερνέστος είχε το ευτύχημα να ήναι εικοσαετής, με γένεια ξανθόχρυσα, με χείλη κατακόκκινα και τριάκοντα δύο όπισθεν αυτών στιλπνούς οδόντας. Προς συμπλήρωσιν της εικόνος πρέπει να προσθέσω ότι θα ήτο υπό πάσαν έποψιν πολύ έξυπνος, αν δεν ήτο πολύ κουτός υπό μίαν μόνην, τας γυναίκας. Ταύτας εξετίμα μεν και τας επλήρωνεν εις το δεκαπλάσιον της αξίας των, αλλά και απήτει παρ’ αυτών πράγματα τα οποία δεν ήτο δυνατόν ούτε η ράπτρια ούτε η δασκάλισσα να του δώσουν, όχι από κακήν θέλησιν, αλλ’ εξ ανεχείας. Πού τω όντι να εύρωσιν αι δυστυχείς την αισθηματικήν έξαρσιν, την αιθέριον πτήσιν, τον λυρισμόν και όσα άλλα εζήτει, αντί να αρκήται εις ό,τι προθύμως παρείχον εις αυτόν, φιλήματα όσα ήθελεν.

http://www.24grammata.com  (πηγή)

 

 

Κορνήλιος Καστοριάδης: Υστερογραφο στην ασημαντοτητα

Standard

 


Απ’ ολα τα χαρακτηριστικα του συγχρονου κοσμου – κρισεις, αντιφασεις, αντιθεσεις, τομες -, εκεινο που με εντυπωσιαζει περισσοτερο ειναι η ασημαντοτητα.

Ας παρουμε τη διαμαχη αναμεσα στη Δεξια και την Αριστερα. Στις ημερες μας εχει χασει το νοημα της. Οχι επειδη δεν υπαρχει υλικο, για να τροφοδοτηθει μια πολιτικη διαμαχη, και μαλιστα μια πολυ σοβαρη διαμαχη. Αλλα επειδη τοσο η Δεξια οσο και η Αριστερα, λιγο εως πολυ, λενε τα ιδια πραγματα.

Στη Γαλλια το 1983 οι Σοσιαλιστες ακολουθησαν καποια πολιτικη. Μετα, ηρθε η Δεξια με τον Μπαλλαντυρ και ακολουθησε την ιδια πολιτικη. Μετα, ξαναρθαν οι Σοσιαλιστες με τον Μπερεγκοβουα και συνεχισαν την ιδια πολιτικη. Μετα, ξανα η Δεξια με τον Μπαλλαντυρ και ξανα η ιδια πολιτικη. Μετα, ο Σιρακ κερδισε τις εκλογες λεγοντας «εγω θα κανω κατι αλλο» και, τελικα, εκανε κι αυτος τα ιδια.

Οι πολιτικοι ειναι ανισχυροι. Αυτο ειναι βεβαιο. Το μονο που μπορουν να κανουν ειναι να «πηγαινουν με το ρευμα», δηλαδη να εφαρμοζουν μια υπερ-φιλελευθερη πολιτικη, η οποια ειναι της μοδας. Κατα τη γνωμη μου, δεν προκειται για πολιτικους αλλα για μικροπολιτικους που επιδιδονται σε ψηφοθηρια με οποιοδηποτε μεσον, με το marketing, κ.λπ. Ουσιαστικα, αυτοι οι ανθρωποι δεν εχουν κανενα προγραμμα. Στοχος τους ειναι: ειτε η παραμονη τους στην εξουσια, ειτε η επιστροφη τους σ’ αυτην. Και για να τον πετυχουν, ειναι ικανοι για ολα. Ο Μπιλ Κλιντον, για παραδειγμα, στηριξε τη προεκλογικη του εκστρατεια αποκλειστικα και μονον στις μετρησεις· το επιτελειο του, σε καθε περιπτωση, θεωρουσε οτι η επικρατουσα γνωμη μιας μετρησης ταυτιζεται με την κοινη γνωμη…

Οπωσδηποτε, υπαρχει ενδογενης σχεση αναμεσα στη μηδαμινη πολιτικη αυτου του ειδους – ουσιαστικα, προκειται για το μη γιγνεσθαι της πολιτικης – και στην ασημαντοτητα που χαρακτηριζει τους αλλους τομεις· την ασημαντοτητα στις τεχνες, στη φιλοσοφια, στη λογοτεχνια. Ειναι το πνευμα του καιρου μας. Ολα συνεργουν προς αυτην την κατευθυνση, προς τα ιδια αποτελεσματα. Ολα οδηγουν στην ασημαντοτητα.

Περιεργο επαγγελμα η πολιτικη, ακομη κι αυτη εδω η μηδαμινη πολιτικη. Γιατι; Διοτι προϋποθετει δυο ικανοτητες που δεν συνδυαζονται μεταξυ τους.

Η πρωτη ικανοτητα ειναι η κατακτηση της εξουσιας (μπορει να εχει κανεις τις καλυτερες ιδεες, αλλα αυτο δεν χρησιμευει, εαν δεν εχει κατακτησει την εξουσια). Η δευτερη ειναι, μετα την κατακτηση της εξουσιας, να την αξιοποιησει κανεις, δηλαδη να κυβερνησει.

Τιποτα ομως δεν εγγυαται οτι καποιος που ειναι ικανος να κυβερνησει, ειναι επισης ικανος να ανεβει στην εξουσια. Στο παρελθον, στις απολυτες μοναρχιες, η ανοδος στην εξουσια προϋπεθετε να κολακευει κανεις τον βασιλια ή να ειναι ευνοουμενος της Μανταμ Πομπαντουρ. Σημερα, στις ψευδο-δημοκρατιες μας, η ανοδος στην εξουσια προϋποθετει να κολακευει κανεις την κοινη γνωμη ή να εχει τηλεοπτικη φωτογενεια.

Χρησιμοποιησα τον ορο «ψευδο-δημοκρατια», διοτι ανεκαθεν πιστευα και πιστευω οτι η λεγομενη «αντιπροσωπευτικη δημοκρατια» δεν ειναι αληθινη δημοκρατια. Οι αντιπροσωποι της ελαχιστα αντιπροσωπευουν τους εκλογεις. Κατα κυριο λογο, αντιπροσωπευουν τον εαυτο τους, ιδιαιτερα επιχειρηματικα συμφεροντα, λομπυ διαμορφωσης πολιτικης επιρροης, κ.λπ.

Οταν λεμε οτι καποιος με αντιπροσωπευει για τεσσερα χρονια, χωρις να εχω τη δυνατοτηα ανακλησης του, αυτο σημαινει οτι απεκδυομαι της κυριαρχιας μου. (Ο Ζαν Ζακ Ρουσσω το εχει πολυ καλα διατυπωσει: «οι Αγγλοι νομιζουν οτι ειναι ελευθεροι, επειδη εκλεγουν τους αντιπροσωπους τους καθε πεντε χρονια, πλην ομως ειναι ελευθεροι μονον μια ημερα καθε πεντε χρονια· την ημερα των εκλογων»). Το προβλημα δεν ειναι μηπως στις εκλογες γινει νοθεια και αλλοιωθουν τα αποτελεσματα. Αλλου εγκειται το προβλημα. Οι εκλογες ειναι υπονομευμενες, διοτι οι επιλογες των ψηφοφορων εχουν καθοριστει εκ των προτερων.

Θα σας θυμησω μια φραση του Αριστοτελη: «Ποιος ειναι πολιτης; Πολιτης ειναι ο ικανος να κυβερνησει και να κυβερνηθει».

Στη Γαλλια, υπαρχουν τριαντα εκατομμυρια πολιτες. Γιατι δεν ειναι ικανοι να κυβερνησουν; Διοτι ολη η πολιτικη ζωη στοχευει ακριβως στο να μη μαθαινουν οι πολιτες πως να αποφασιζουν και, τελικα, να εμπιστευονται στους ειδικους το εργο της διακυβερνησης.

Υπαρχει δηλαδη μια αντι-πολιτικη εκπαιδευση. Ενω οι ανθρωποι επρεπε να αναλαμβανουν ολων των ειδων τις πολιτικες ευθυνες και να παιρνουν αναλογες πρωτοβουλιες, τελικα, εθιζονται στο να ακολουθουν και να ψηφιζουν τις πολιτικες επιλογες που αλλοι τους παρουσιαζουν ετοιμες.

Στις νεωτερικες κοινωνιες – ας πουμε απο την εποχη της Αμερικανικης και της Γαλλικης Επαναστασης εως περιπου τον Β’ Παγκοσμιο Πολεμο – υπηρχαν φλεγουσες κοινωνικες και πολιτικες συγκρουσεις. Αυτους τους δυο αιωνες τους σημαδεψαν σημαντικοι αγωνες. Τοτε, οι ανθρωποι εκαναν διαδηλωσεις. Ομως δεν διαδηλωναν απλως για μια σιδηροδρομικη γραμμη (χωρις αυτο να ειναι κατακριτεο), αλλα για μεγαλα πολιτικα ιδεωδη. Τοτε, οι ανθρωποι εκαναν απεργιες. Ομως δεν απεργουσαν απλως για τα μικρα συντεχνιακα συμφεροντα τους, αλλα για μεγαλα ζητηματα που αφορουσαν ολους τους μισθωτους.

Σημερα, παρατηρειται σαφης υποχωρηση της πολιτικης δραστηριοτητας. Οσο οι ανθρωποι εγκαταλειπουν την πολιτικη δραστηριοτητα και αποσυρονται στην ιδιωτικη τους σφαιρα, τοσο οι γραφειοκρατες και οι μικροπολιτικοι ρουσφετολογοι προελαυνουν. Και οι τελευταιοι εχουν για δικαιολογια οτι «ο κοσμος δεν κανει τιποτα…γι’ αυτον τον λογο αναλαμβανουμε εμεις πρωτοβουλιες…». Με τη σειρα του ο κοσμος λεει οτι «δεν αξιζει τον κοπο να ανακατευομαστε…φθανουν τοσοι που ασχολουνται, στο κατω-κατω τι μπορουμε να κανουμε εμεις;…». Και ετσι δημιουργειται ο φαυλος κυκλος.

Η υποχωρηση της πολιτικης δραστηριοτητας συνδεεται και με την καταρρευση των μεγαλων πολιτικων ιδεολογιων, ειτε επαναστατικων ειτε ρεφορμιστικων, οι οποιες ηθελαν πραγματικα να αλλαξουν την κοινωνια. Για χιλιους δυο λογους, αυτες οι ιδεολογιες εχασαν το κυρος τους· επαψαν να ανταποκρινονται στις απαιτησεις των καιρων, στις προσδοκιες των ανθρωπων, στην κατασταση της κοινωνιας, στην ιστορικη εμπειρια.

Η καταρρευση του κομμουνισμου και η διαλυση της Σοβιετικης Ενωσης ειναι ενα κεφαλαιωδες γεγονος. Κατονομαστε ομως εστω και εναν πολιτικο – για να μην πω πολιτικαντη – της Αριστερας, ο οποιος πραγματικα συλλογιστηκε τι συνεβη και γιατι. Ποιος πολιτικος της Αριστερας αποκομισε καποια διδαγματα απο τα γεγονοτα αυτα;

Κι ομως η πορεια του κομμουνισμου – η πορεια προς την θηριωδια, τον ολοκληρωτισμο, τα Γκουλαγκ εως την καταρρευση – απαιτει οπωσδηποτε πολυ βαθυ στοχασμο και συναγωγη συμπερασματων. Στοχασμο, για το ενα κινημα – που θελει να αλλαξει την κοινωνια – μπορει ή δεν μπορει, πρεπει ή δεν πρεπει, οφειλει ή δεν οφειλει να το κανει. Στην προκειμενη περιπτωση οι κυριοι της Αριστερας, παιρνουν ενα ολοστρογγυλο μηδεν.

Πως δημιουργειται, λοιπον, ο καλος πολιτης; Ποιες ιδιοτητες πρεπει να διαθετει; Πρεπει να εχει γενικες ή ειδικες γνωσεις; Και τελικα, ποιοι πολιτες πρεπει να αποφασιζουν για τα κοινα; Αυτο το διλημμα εχει τεθει απο τον Πλατωνα. Ο Πλατωνας ελεγε οτι οι φιλοσοφοι – αυτοι που εχουν γενικη θεωρηση των πραγματων και ειναι πανω απο τους ειδικους – πρεπει να βασιλευουν, δηλαδη να κυβερνουν. Η εναλλακτικη λυση στις θεσεις του Πλατωνα ειναι σαφως η αθηναϊκη δημοκρατια.

Ας παμε στην Αθηνα του 5ου και του 4ου π.χ. αιωνα. Για τους Αθηναιους εκεινους της εποχης καθε πολιτης, ανεξαιρετως καθε πολιτης, ειναι ικανος να κυβερνησει (θυμιζω ξανα τη διατυπωση του Αριστοτελη: «πολιτης ειναι ο ικανος να κυβερνησει και να κυβερνηθει»). Και πως γινεται αυτο; Με κληρωση! Ριχνουν κληρο! Γιατι; Διοτι πιστευουν εμπρακτα οτι η πολιτικη δεν ειναι υποθεση των ειδικων. Διοτι πιστευουν οτι δεν υπαρχει πολιτικη επιστημη. Υπαρχει μονον γνωμη – «δοξα» στα αρχαια ελληνικα – σχετικα με τα πολιτικα ζητηματα. Και θελω να υπογραμμισω οτι η ιδεα πως η πολιτικη δεν αποτελει υποθεση των ειδικων και πως ολες οι γνωμες εχουν ιση αξια, ειναι η μονη λογικη δικαιολογηση της αρχης της πλειοψηφιας.

Στην αρχαια Αθηνα, λοιπον, τις πολιτικες αποφασεις τις παιρνει ο λαος και οχι οι ειδικοι. Υπαρχουν ομως και εξειδικευμενες δραστηριοτητες. Οι Αθηναιοι σαφως δεν ηταν τρελοι να νομιζουν οτι τα ξερουν ολα… Τι εκαναν, τοτε, οι πολιτες της αρχαιας Αθηνας σε σχεση με αυτο το θεμα; Πως το αντιμετωπισαν; Εκαναν κατι παρα πολυ ενδιαφερον. Δημιουργησαν τις εκλογες. Σωστα ή λαθος, παντως τις δημιουργησαν. Και αυτο ειναι γεγονος ιστορικα τεκμηριωμενο.

Για τις εξειδικευμενες δραστηριοτητες και μονον γι’ αυτες – για την κατασκευη ναυπηγειων, για την ανεγερση ναων, για τη διεξαγωγη του πολεμου – χρειαζονται οι ειδικοι! Και αυτους, τους ειδικους, οι Αθηναιοι πολιτες τους εκλεγουν! Να ποιο ειναι το νοημα των εκλογων. Διοτι εκλογες σημαινει εκλογη των καλυτερων.

Αλλα πως μπορει να επιτευχθει κατι τετοιο; Πως επιτυγχανεται η εκλογη των καλυτερων; Εδω υπεισερχεται ο ορος «εκπαιδευση του λαου». Ο λαος καλειται να επιλεξει, να εκλεξει. Οι Αθηναιοι, λοιπον, εκλεγουν καποιον για πρωτη φορα. Εστω οτι κανουν λαθος. Εστω, οτι διαπιστωνουν, για παραδειγμα, πως ο Περικλης ειναι ενας αναξιος στρατηγος. Τι κανουν σε μια τετοια περιπτωση; Απλουστατα, δεν τον ξαναεκλεγουν ή τον ανακαλουν.

Ομως, προκειμενου να εχει ουσια η γνωμη – η «δοξα» – των πολιτων για τα κοινα, θα πρεπει να εχει καλλιεργηθει. Αλλα με ποιον τροπο καλλιεργουν τη «δοξα» τους τη σχετικη με τη διακυβερνηση οι Αθηναιοι πολιτες; Μα βεβαια κυβερνωντας! Ως εκ τουτου, η αθηναϊκη δημοκρατια – και αυτο ειναι το σημαντικο – αποτελει μια υποθεση εκπαιδευσης και αγωγης των πολιτων. (Αυτη η καιριας σημασιας διασταση, καθως ολοι γνωριζουμε, λειπει εντελως σημερα).

Προσφατα, ενα γαλλικο περιοδικο δημοσιευσε τα αποτελεσματα μιας ερευνας, συμφωνα με την οποια το 60% των βουλευτων απο την Γαλλια ομολογουν οτι δεν εχουν ιδεα απο οικονομια! Προκειται για τους βουλευτες, που αποφασιζουν να αυξηθουν ή να μειωθουν οι φοροι, που αποφασιζουν συνεχως, ενω δεν εχουν ιδεα για αυτο για το οποιο αποφασιζουν… Τελικα, οι βουλευτες, οπως και οι υπουργοι, ειναι υποδουλοι των τεχνικων συμβουλων τους. Συμβουλευονται τους ειδικους, πλην ομως εχουν και οι ιδιοι προκαταληψεις ή προτιμησεις.

Εαν παρακολουθησετε απο κοντα τη λειτουργια μιας κυβερνησης, ή ενος μεγαλου γραφειοκρατικου μηχανισμου, θα διαπιστωσετε οτι οι κυβερνωντες και οι υπευθυνοι εμπιστευονται τους ειδικους. Ωστοσο, επιλεγουν παντα εκεινους τους ειδικους που συμμεριζονται τις δικες τους αποψεις. Παντα βρισκεται ενας οικονομολογος που θα πει «ναι, κυριε υπουργε, οπως το λετε πρεπει να γινει». Παντα βρισκεται ενας ειδικος για θεματα στρατιωτικα που θα πει «ναι, χρειαζεται πυρηνικος εξοπλισμος» ή «οχι, δεν χρειαζεται πυρηνικος εξοπλισμος» και ουτω καθεξης… Προκειται για ενα εντελως ανοητο παιχνιδι, πλην ομως ετσι κυβερνομαστε σημερα.

Επανερχομαι στο διλημμα: «ο πολιτης πρεπει να εχει γενικες ή ειδικες γνωσεις;». Η δικη μου απαντηση: πρωτον, οι ειδικοι στην υπηρεσια των πολιτων και οχι στην υπηρεσια καποιων πολιτικων· δευτερον, οι πολιτες κυβερνωντας μαθαινουν να κυβερνουν… Αλλα, για να ειναι σε θεση οι ανθρωποι να ασχοληθουν με τα κοινα, θα πρεπει να εχουν λαβει την αναλογη παιδεια. Ομως, η συγχρονη παιδεια δεν εχει καμια απολυτως σχεση με αυτο το αιτημα. Στο σχολειο, ουσιαστικα, παιρνουμε εξειδικευμενες γνωσεις τεχνοκρατικου χαρακτηρα.

Το σχολειο θα επρεπε να ειναι ιδιαιτερως στραμμενο στα κοινα. Στο σχολειο θα πρεπει να αναλυεται σε βαθος καθε τι που αφορα τους οικονομικους, τους κοινωνικους και τους πολιτικους μηχανισμους. Θα επρεπε να υπαρχουν μαθηματα πραγματικης ανατομιας της συγχρονης κοινωνιας. Αλλα τι λεω τωρα… Εδω τα σχολεια ειναι ανικανα να διδαξουν ακομη και Ιστορια. Τα παιδια βαριουνται στο μαθημα της Ιστοριας, ενα μαθημα που θα επρεπε να ειναι συναρπαστικο.

Πολλα πραγματα πρεπει να αλλαξουν, εαν θελουμε να μιλησουμε για αληθινη εκπαιδευτικη δραστηριοτητα στο πολιτικο πεδιο. Κατι τετοιο, προϋποθετει αλλαγη των θεσμων. Προϋποθετει νεους θεσμους που να επιτρεπουν – και οχι να αποτρεπουν, οπως οι σημερα ισχυοντες- την ενεργο συμμετοχη των πολιτων στα κοινα.

Ας εξετασουμε, τωρα, για λιγο, τη σχεση του ανθρωπου με τη γνωση και με την πιστη. Στον 20ο αιωνα γνωρισαμε την ακρατη κυριαρχια της ιδεολογιας – της ιδεολογικης πιστης – με την αυστηρη εννοια και, θα ελεγα, με την κακη εννοια του ορου.

Ας παρουμε ενα παραδειγμα απο τη δεκαετια του ’70. Ας παρουμε τις μαοϊκες ομαδες. Το προβλημα με τους μαοϊκους δεν εγκειται στην αγνοια τους για το τι συνεβαινε πραγματικα στην Κινα. Οι μαοϊκοι, ειτε ειχαν μυηθει στο δογμα απο τους καθοδηγητες τους, ειτε το ειχαν δεχτει απο μονοι τους χωρις την παρεμβολη τριτων. Το προβλημα λοιπον βρισκεται στο οτι οι ιδιοι – με τον ενα ή τον αλλο τροπο – αποδεχτηκαν μια τετοιου ειδους χειραγωγηση. Γιατι; Για ποιον λογο; Διοτι ηταν αναγκη να ειναι χειραγωγημενοι. Διοτι ειχαν αναγκη να πιστευουν. Και αυτο ακριβως το θεμα ηταν ανεκαθεν η μεγαλη πληγη του επαναστατικου κινηματος.

Η γνωση και η πιστη. Ο Αριστοτελης, στον οποιο συχνα αναφερομαι και για τον οποιο εχω απεραντο σεβασμο, εχει πει κατι – δεν μπορω να πω οτι ειναι ανοησια, δεδομενου οτι προκειται για τον Αριστοτελη, που δεν ειναι ωστοσο σωστο: «ο ανθρωπος ειναι ζωον, το οποιο επιθυμει την γνωση». Δεν συμφωνω.

Απο την πλευρα μου υποστηριζω οτι ο ανθρωπος δεν ειναι ζωον, το οποιο επιθυμει την γνωση, αλλα ζωον το οποιο επιθυμει την πιστη και, ακριβεστερα, τη βεβαιοτητα μιας πιστης· εξ ου και η μεγαλη δυναμη των θρησκειων, εξ ου και η μεγαλη δυναμη των πολιτικων ιδεολογιων.

Στο ξεκινημα του, το εργατικο κινημα χαρακτηριζονταν απο εντονα κριτικη σταση. Θυμηθειτε τους δυο πρωτους στιχους απο το δευτερο κουπλε της Διεθνους, που ειναι εξ αλλου ο υμνος της Κομμουνας: «δεν υπαρχει υπερτατος Σωτηρας ουτε Θεος» (αρα, εξοβελιζεται η θρησκεια), «δεν υπαρχει Καισαρ ουτε Αρχηγος» (αρα, εξω κι ο Λενιν!). Ειδαμε ομως τι επακολουθησε… Ειδαμε που οδηγησε η αναγκη για πιστη…

Αραγε, μετα απο ολα οσα εχουν συμβει, γιναμε σημερα τουλαχιστον λιγο πιο σοφοι; Νομιζω οτι η εξελιξη στις χωρες της Ανατολικης Ευρωπης καθως και η εξελιξη γενικως της κοινωνιας εχουν συμβαλλει, ωστε να αποκτησουν οι ανθρωποι καπως πιο κριτικη διαθεση.

Βεβαια, η αναγκη για πιστη παραμενει. Υπαρχει παντα ενα ποσοστο που διακαως αναζητει την πιστη· μιαν πιστη. Ετσι, βλεπουμε σε αλλες χωρες – οχι τοσο στη Γαλλια – φαινομενα και κινηματα, οπως η σαϊεντολογια, οι διαφορες σεχτες, ο φονταμενταλισμος. Χωρις αμφιβολια, σημερα η σταση των ανθρωπων ειναι πιο κριτικη και πιο σκεπτικιστικη απο ο,τι ηταν στο παρελθον. Ειναι ομως μια σταση που αναστελλει τη δραση.

Στο σημειο αυτο θα θυμησω οτι ο Περικλης στον Επιταφιο λεει στους Αθηναιους πως μονον αυτοι εχουν κατορθωσει, ωστε η σκεψη τους να μην αναστελλει τη δραση τους! Καταπληκτικο! Και προσθετει: «εις τους αλλους, αντιθετως, η μεν αμαθεια γεννα θρασος, η δε σκεψις ενδοιασμον[1]».

Τις τελευταιες δεκαετιες διανυουμε μια περιοδο καταργησης των φραγμων και των οριων σε ολους τους τομεις της πολιτικης και κοινωνικης ζωης. Αυτο συνεπαγεται την επιθυμια του απεριοριστου. Προκειται για μια μορφη απελευθερωσης, που υπο μιαν εννοια αποτελει μια μεγαλη κατακτηση.

Πρεπει ομως επισης να μαθουμε – και αυτο εχει πολυ μεγαλη σημασια – να αυτοπεριοριζομαστε, τοσο ως ατομα οσο και ως συνολο. Η καπιταλιστικη κοινωνια σημερα ειναι μια κοινωνια που απο καθε αποψη οδευει προς την καταστροφη της· μια κοινωνια ανικανει να αυτοπεριοριστει. Ομως μια πραγματικα ελευθερη κοινωνια, μια κοινωνια αυτονομη, πρεπει να αυτοπεριοριζεται.

Ο αυτοπεριορισμος ισοδυναμει με απαγορευση, θα υποστηριξουν ορισμενοι. Οχι. Δεν εννοω απαγορευση με την εννοια της καταστολης. Εννοω, να ξερουμε οτι υπαρχουν πραγματα που δεν πρεπει να τα επιθυμουμε ή που δεν πρεπει να τα κανουμε. Παραδειγμα, το περιβαλλον. Καταστρεφουμε τον πλανητη, στον οποιο ζουμε.

Σκεφτομαι τα θαυματα: το Αιγαιο Πελαγος, τις χιονισμενες οροσειρες, την «οψη» του Ειρηνικου ωκεανου απο μια γωνια της Αυστραλιας, το Μπαλι, τις Ινδιες, την επαρχια της Γαλλιας που την ερημωνουμε. Οσα θαυματα, τοσες καταστροφες. Καταστρεφουμε τον πλανητη, ενω θα επρεπε να ειμαστε οι κηπουροι του. Θα επρεπε να τον θεραπευουμε, δηλαδη να τον καλλιεργουμε και να τον φροντιζουμε ετσι οπως ειναι.

Μια τετοια δραστηριοτητα θα επρεπε να αποτελει βαση και προσανατολισμο της ζωης μας. Αλλα αυτη ειναι προφανως μια πολυ δυσκολη αποστολη.

Προφανως ομως ολα τα παραπανω δεν εχουν σχεση ουτε με το σημερινο συστημα, ουτε με το σημερινο κυριαρχο φαντασιακο. Το φαντασιακο της εποχης μας ειναι το φαντασιακο της απεριοριστης επεκτασης και της συσσωρευσης αχρηστων πραγματων… Δηλαδη; Δηλαδη, μια τηλεοραση σε καθε δωματιο, ενας ηλεκτρονικος υπολογιστης σε καθε δωματιο και ουτω καθεξης. Σ’ αυτο το φαντασιακο στηριζεται το συστημα. Και ειναι αυτο ακριβως που πρεπει να καταστραφει.

Τι θα μπορουσε λοιπον να προτεινει κανεις για τη σημερινη κατασταση, δεδομενου οτι ειναι πολυ ευκολο να παρασυρθουμε, να αφεθουμε; (Ως γνωστον, ο ανθρωπος ειναι ζωον οκνηρον). Θα καταφυγω παλι στους αρχαιους. Υπαρχει μια υπεροχη φραση του Θουκυδιδη: «πρεπει να διαλεξουμε αναμεσα στην οκνηρια και την ελευθερια»! Αλλα και ο Περικλης, εαν δεν κανω λαθος, ελεγε στους Αθηναιους: «εαν θελετε να ειστε ελευθεροι, πρεπει να εργαζεστε»!

Η ελευθερια ειναι δραστηριοτητα. Μια δραστηριοτητα, η οποια γνωριζει τα ορια της, ξερει να αυτοπεριοριζεται. Η ελευθερια γνωριζει οτι μπορει να τα κανει ολα, αλλα επισης γνωριζει οτι δεν πρεπει να τα κανει ολα. Αυτο ειναι, για μενα, το μεγαλο προβλημα της δημοκρατιας και του ατομικισμου.

[1] Θουκυδιδου Ιστοριαι, μτφ. Ελ Βενιζελου, Βιβλιο Β’, κεφ. 38-41.

Πηγή: Κειμενο της συζητησης με τον δημοσιογράφο Ντανιελ Μερμε στην εκπομπη La-bas si j’ y suis του ραδιοφωνικου σταθμου France Inter , οπως δημοσιευτηκε στην Ελευθεροτυπια (20.7.1998) και στην Monde Diplomatique (Αυγουστος 1998).

(via http://www.hitandrun.gr)

Russell’s teapot…..

Standard

RussellsTeapotbasedonPrairieKittinflickr

«The philosophic burden of proof lies upon a person making scientifically unfalsifiable claims rather than shifting the burden of proof to others, specifically in the case of religion.»

Is There a God? by Bertrand Russell

The question whether there is a God is one which is decided on very different grounds by different communities and different individuals. The immense majority of mankind accept the prevailing opinion of their own community. In the earliest times of which we have definite history everybody believed in many gods. It was the Jews who first believed in only one. The first commandment, when it was new, was very difficult to obey because the Jews had believed that Baal and Ashtaroth and Dagon and Moloch and the rest were real gods but were wicked because they helped the enemies of the Jews. The step from a belief that these gods were wicked to the belief that they did not exist was a difficult one. There was a time, namely that of Antiochus IV, when a vigorous attempt was made to Hellenize the Jews. Antiochus decreed that they should eat pork, abandon circumcision, and take baths. Most of the Jews in Jerusalem submitted, but in country places resistance was more stubborn and under the leadership of the Maccabees the Jews at last established their right to their peculiar tenets and customs. Monotheism, which at the beginning of the Antiochan persecution had been the creed of only part of one very small nation, was adopted by Christianity and later by Islam, and so became dominant throughout the whole of the world west of India. From India eastward, it had no success: Hinduism had many gods; Buddhism in its primitive form had none; and Confucianism had none from the eleventh century onward. But, if the truth of a religion is to be judged by its worldly success, the argument in favor of monotheism is a very strong one, since it possessed the largest armies, the largest navies, and the greatest accumulation of wealth. In our own day this argument is growing less decisive. It is true that the un-Christian menace of Japan was defeated. But the Christian is now faced with the menace of atheistic Muscovite hordes, and it is not so certain as one could wish that atomic bombs will provide a conclusive argument on the side of theism.

But let us abandon this political and geographical way of considering religions, which has been increasingly rejected by thinking people ever since the time of the ancient Greeks. Ever since that time there have been men who were not content to accept passively the religious opinions of their neighbors, but endeavoured to consider what reason and philosophy might have to say about the matter. In the commercial cities of Ionia, where philosophy was invented, there were free-thinkers in the sixth century B.C. Compared to modern free-thinkers they had an easy task, because the Olympian gods, however charming to poetic fancy, were hardly such as could be defended by the metaphysical use of the unaided reason. They were met popularly by Orphism (to which Christianity owes much) and, philosophically, by Plato, from whom the Greeks derived a philosophical monotheism very different from the political and nationalistic monotheism of the Jews. When the Greek world became converted to Christianity it combined the new creed with Platonic metaphysics and so gave birth to theology. Catholic theologians, from the time of Saint Augustine to the present day, have believed that the existence of one God could be proved by the unaided reason. Their arguments were put into final form by Saint Thomas Aquinas in the thirteenth century. When modern philosophy began in the seventeenth century, Descartes and Leibniz took over the old arguments somewhat polished up, and, owing largely to their efforts, piety remained intellectually respectable. But Locke, although himself a completely convinced Christian, undermined the theoretical basis of the old arguments, and many of his followers, especially in France, became Atheists. I will not attempt to set forth in all their subtlety the philosophical arguments for the existence of God. There is, I think, only one of them which still has weight with philosophers, that is the argument of the First Cause. This argument maintains that, since everything that happens has a cause, there must be a First Cause from which the whole series starts. The argument suffers, however, from the same defect as that of the elephant and the tortoise. It is said (I do not know with what truth) that a certain Hindu thinker believed the earth to rest upon an elephant. When asked what the elephant rested upon, he replied that it rested upon a tortoise. When asked what the tortoise rested upon, he said, «I am tired of this. Suppose we change the subject.» This illustrates the unsatisfactory character of the First-Cause argument. Nevertheless, you will find it in some ultra-modern treatises on physics, which contend that physical processes, traced backward in time, show that there must have been a sudden beginning and infer that this was due to divine Creation. They carefully abstain from attempts to show that this hypothesis makes matters more intelligible.

Continue reading: http://www.personal.kent.edu/~rmuhamma/Philosophy/RBwritings/isThereGod.htm

Feminist quotes to inspire you!

Standard

Jane_Austen

Jane Austen
“I hate to hear you talk about all women as if they were fine ladies instead of rational creatures. None of us want to be in calm waters all our lives”
Creative Commons

Katherine-Hepburn

Katharine Hepburn
“I have not lived as a woman. I have lived as a man. I’ve just done what I damn well wanted to, and I’ve made enough money to support myself, and ain’t afraid of being alone”
Getty Images

aung

Aung San Suu Kyi
“In societies where men are truly confident of their own worth, women are not merely tolerated but valued»
Getty Images

germaine

Germaine Greer
“All societies on the verge of death are masculine. A society can survive with only one man; no society will survive a shortage of women”
Getty Images

betty

Betty Friedan
“No woman gets an orgasm from shining the kitchen floor”
Getty Images

Malala-Yousafzai

Malala Yousafzai
“In Pakistan, when we were stopped from going to school, at that time I realized that education … Is the power for women, and that’s why the terrorists are afraid of education”
Getty Images

via http://www.independent.co.uk

Σκέψεις….

Standard

Το βρήκα στο τραπεζάκι στην αίθουσα αναμονής ιατρείου. Άρχισα να το ξεφυλλίζω. Αυτό πρόλαβα να δω, μόνο, αλλά ήταν άρκετό, έπρεπε να μπω μέσα!

φωτογραφία0123

φωτογραφία0125

φωτογραφία0126

φωτογραφία0127

Charles Dickens

Standard

«I have always thought of Christmas time, when it has come round, as a good time; a kind, forgiving, charitable time; the only time I know of, in the long calendar of the year, when men and women seem by one consent to open their shut-up hearts freely, and to think of people below them as if they really were fellow passengers to the grave, and not another race of creatures bound on other journeys. «