Της ημέρας….Χούλιο Κορτάσαρ

Standard

Ο Χούλιο Κορτάσαρ γεννήθηκε σαν σήμερα το 1914, στις Βρυξέλλες.

«Αν δεν έγραφα αυτό το βιβλίο εκείνη την εποχή, μάλλον θα έπεφτα στον Σηκουάνα», είπε ο Αργεντίνος συγγραφέας, αναφερόμενος στο μυθιστόρημα «Το κουτσό» (“Rayuela” στο πρωτότυπο). Διάβασα άπειρα επαινετικά για το βιβλίο και τη μετάφραση που ανυπομονώ να το ξεκινήσω, σύντομα ελπίζω.

Βρήκα, όμως αυτό το διήγημα στο γνωστό ιστολόγιο «Μπονζάι» και το παραθέτω:

*Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων* (Continuidad de los parques)

ΕΙΧΕ ΑΡΧΙΣΕΙ νὰ δι­α­βά­ζει τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἐ­δῶ καὶ λί­γες μέ­ρες. Τὸ εἶ­χε ἀ­φή­σει για­τὶ με­σο­λά­βη­σαν ἐ­πεί­γου­σες ὑ­πο­θέ­σεις καὶ τὸ ξα­νά­πια­σε στὸ τρέ­νο, γυρ­νών­τας στὸ κτῆ­μα του· ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ ἀ­φη­νό­ταν νὰ τὸν τρα­βή­ξει τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἡ πλο­κή, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν προ­σώ­πων. Τὸ ἴ­διο βρά­δυ, ἀ­φοῦ ἔ­γρα­ψε ἕ­να γράμ­μα στὸν πλη­ρε­ξού­σιό του καὶ συ­ζή­τη­σε μὲ τὸν ἐ­πι­στά­τη γιὰ τὸ μί­σθω­μα ἑ­νὸς χω­ρα­φιοῦ, ξα­νά­πια­σε τὸ δι­ά­βα­σμα στὴν ἠ­ρε­μί­α τοῦ ἀ­να­γνω­στή­ριου, ἀ­π’ ὅ­που ἡ θέ­α ἁ­πλω­νό­ταν στὸ πάρ­κο μὲ τὶς βε­λα­νι­δι­ές. Χω­μέ­νος στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λυ­θρό­να, μὲ τὶς πλά­τες γυ­ρι­σμέ­νες πρὸς τὴν πόρ­τα γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὴν ἐ­νο­χλη­τι­κὴ πι­θα­νό­τη­τα κά­ποι­ων ἐν­δε­χό­με­νων πε­ρι­σπα­σμῶν, χά­ι­δευ­ε ποῦ καὶ ποῦ μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι τὸ πρά­σι­νο βε­λοῦ­δο καὶ στρώ­θη­κε νὰ δι­α­βά­ζει τὰ τε­λευ­ταῖ­α κε­φά­λαι­α. Ἡ μνή­μη του εἶ­χε συγ­κρα­τή­σει χω­ρὶς κό­πο τὰ ὀ­νό­μα­τα καὶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν κεν­τρι­κῶν ἡ­ρώ­ων· σχε­δὸν ἀ­μέ­σως πα­ρα­σύρ­θη­κε μὲς στὴν ψευ­δαί­σθη­ση τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ἀ­πο­λάμ­βα­νε μὲ πα­ρά­λο­γη σχε­δὸν ἡ­δο­νὴ τὸ ὅ­τι ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν λί­γο-λί­γο, ἀ­ρά­δα τὴν ἀ­ρά­δα, ἀ­π’ ὅ,τι τὸν πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζε, καὶ πὼς αἰ­σθα­νό­ταν πό­τε-πό­τε τὸ κε­φά­λι του ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σε ἀ­να­παυ­τι­κὰ στὸ βε­λοῦ­δο τῆς ψη­λῆς ρά­χης, καὶ ὅ­τι τὰ τσι­γά­ρα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ βρί­σκον­ται κον­τὰ στὸ χέ­ρι του, καὶ πὼς πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, τὸ ἀ­ε­ρά­κι τοῦ δει­λι­νοῦ χό­ρευ­ε κά­τω ἀ­πὸ τὶς βε­λα­νι­δι­ές. Λέ­ξη μὲ λέ­ξη, ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν πο­τα­πὴ τε­λι­κὴ ἐ­πι­λο­γὴ τῶν ἡ­ρώ­ων, ἐ­νῶ ἀ­φη­νό­ταν νὰ χά­νε­ται στὶς εἰ­κό­νες ποὺ σχη­μα­τί­ζον­ταν καὶ ἀ­πο­κτοῦ­σαν χρῶ­μα καὶ κί­νη­ση, πα­ραυ­ρέ­θη­κε αὐ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας τῆς τε­λι­κῆς συ­νάν­τη­σης στὴν κα­λύ­βα τοῦ δά­σους. Πρώ­τη μπῆ­κε ἡ γυ­ναί­κα, φο­βι­σμέ­νη· τώ­ρα ἦρ­θε ὁ ἐ­ρα­στὴς μὲ τὸ πρό­σω­πο γρα­τζου­νι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ τί­ναγ­μα ἑ­νὸς κλα­διοῦ. Τοῦ φι­λοῦ­σε ὑ­πέ­ρο­χα τὶς γρα­τζου­νι­ὲς γιὰ νὰ στα­μα­τή­σει τὸ αἷ­μα, ἐ­νῶ αὐ­τὸς τρα­βι­ό­ταν ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὰ χά­δια, δὲν εἶ­χε ἔρ­θει γιὰ νὰ ἐ­πα­να­λά­βει τὴν τε­λε­τουρ­γί­α ἑ­νὸς πά­θους κρυ­φοῦ ποὺ τὸ συγ­κά­λυ­πταν ἕ­νας σω­ρὸς φύλ­λα ξε­ρὰ καὶ μυ­στι­κὰ μο­νο­πά­τια. Τὸ στι­λέ­το ἔ­γι­νε χλια­ρὸ ἀ­κουμ­πών­τας στὸ στῆ­θος του, καὶ ἀ­πὸ κά­τω χτυ­ποῦ­σε ἡ ζα­ρω­μέ­νη ἐ­λευ­θε­ρί­α. Ἕ­νας λα­χα­νια­στὸς δι­ά­λο­γος ξε­τυ­λι­γό­ταν μέ­σα στὶς σε­λί­δες σὰν ἕ­να πο­τά­μι ἀ­πὸ ἑρ­πε­τά, καὶ εἶ­χε τὴν αἴ­σθη­ση πὼς ὅ­λα εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σι­στεῖ ἀ­πὸ πάν­τα. Ὣς καὶ αὐ­τὰ τὰ χά­δια ποὺ τύ­λι­γαν τὸ σῶ­μα τοῦ ἐ­ρα­στῆ σὰν γιὰ νὰ τὸν συγ­κρα­τή­σουν καὶ νὰ τὸν με­τα­πεί­σουν, σχε­δί­α­ζαν φρι­κτὰ τὸ πε­ρί­γραμ­μα ἑ­νὸς ἄλ­λου σώ­μα­τος, ποὺ ἔ­πρε­πε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ ἐ­ξον­τω­θεῖ. Δὲν εἶ­χαν πα­ρα­λεί­ψει τί­πο­τα: ἄλ­λο­θι, συμ­πτώ­σεις, πι­θα­νὰ λά­θη. Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη τὸ κά­θε λε­πτὸ εἶ­χε τὴ σκο­πι­μό­τη­τά του, ὑ­πο­λο­γι­σμέ­νη μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια. Τὴν ἄ­γρια καὶ ἀ­μεί­λι­κτη σκη­νὴ ποὺ τῆς ἔ­κα­νε, μό­λις ποὺ δι­έ­κο­πτε πό­τε-πό­τε ἕ­να χέ­ρι νὰ χα­ϊ­δέ­ψει ἕ­να μά­γου­λο. Ἄρ­χι­σε νὰ νυ­χτώ­νει.

Χω­ρὶς νὰ κοι­τά­ζον­ται, δε­μέ­νοι σφι­χτὰ στὸ ἔρ­γο ποὺ εἶ­χαν νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σουν, χω­ρί­στη­καν στὴν πόρ­τα τῆς κα­λύ­βας. Ἐ­κεί­νη ἔ­πρε­πε ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ μο­νο­πά­τι ποὺ τρα­βοῦ­σε κα­τὰ τὸ βο­ριά. Ἐ­κεῖ­νος, στὸ ἀν­τί­θε­το μο­νο­πά­τι, γύ­ρι­σε μιὰ στιγ­μὴ νὰ τὴν δεῖ νὰ φεύ­γει, μὲ τὰ μαλ­λιά της λυ­τά. Μὲ τὴ σει­ρά του ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει κι αὐ­τός, κα­τα­φεύ­γον­τας στὰ δέν­τρα καὶ τοὺς φρά­χτες, ὥ­σπου ξε­χώ­ρι­σε μὲς στὴ μα­βιὰ ὁ­μί­χλη τῆς χα­ραυ­γῆς τὴν ἀ­λέ­α ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ σπί­τι. Τὰ σκυ­λιὰ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ γα­βγί­σουν, καὶ δὲν γά­βγι­σαν. Τὴν ὥ­ρα αὐ­τὴ ὁ ἐ­πι­στά­της δὲν ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ, καὶ δὲν ἦ­ταν. Ἀ­νέ­βη­κε τὰ τρί­α σκα­λο­πά­τια τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας καὶ μπῆ­κε. Μέ­σ’ ἀ­π’ τὸ αἷ­μα ποὺ βού­ι­ζε στ’ αὐ­τιά του τοῦ ἐρ­χόν­ταν ἀ­κό­μα τὰ λό­για τῆς γυ­ναί­κας: πρῶ­τα μιὰ γα­λά­ζια αἴ­θου­σα, ὕ­στε­ρα ἕ­νας δι­ά­δρο­μος, με­τὰ μιὰ σκά­λα μὲ χα­λί. Στὸ πά­νω πά­τω­μα, δυ­ὸ πόρ­τες. Στὸ πρῶ­το δω­μά­τιο κα­νείς, στὸ δεύ­τε­ρο κα­νείς. Ἡ πόρ­τα τοῦ μι­κροῦ σα­λο­νιοῦ, καὶ ὑ­στέ­ρα, μὲ τὸ στι­λέ­το στὸ χέ­ρι, τὸ φῶς ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, ἡ ψη­λὴ ρά­χης μιᾶς πρά­σι­νης, βε­λού­δι­νης πο­λυ­θρό­νας, τὸ κε­φά­λι τοῦ ἄν­τρα ποὺ κά­θε­ται στὴν πο­λυ­θρό­να δι­α­βά­ζον­τας ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα.

Πηγή:

https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2018/07/04/julio-cortasar-allilouchia-ton-kipon/

Advertisements