Λουίτζι Πιραντέλλο (Luigi Pirandello) Μιὰ ἰ­δέ­α (Un’idea). 

Standard

 Photo by Fred Morley

Μόλις  ἀ­φή­νει τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ὁ­μή­γυ­ρη στὸ κα­φε­νεῖ­ο (μὲ τὸν κα­πνὸ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται ἀ­νά­με­σα στὰ φῶ­τα καὶ στοὺς κα­θρέ­φτες), βρί­σκει μπρο­στά του τὴ νύ­χτα: γυ­ά­λι­νη, σχε­δὸν εὔ­θραυ­στη μὲς στὴν κα­θα­ρό­τη­τα τῶν λαμ­πε­ρῶν ἀ­στε­ρι­ῶν πά­νω στὴν ἀ­πέ­ραν­τη, ἔ­ρη­μη πλα­τεί­α.

Τοῦ φαί­νε­ται ἀ­δύ­να­το νὰ τὴ δι­α­σχί­σει· ἡ ζω­ὴ μὲς στὴν ὁ­ποί­α πρέ­πει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει, ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στα μα­κρι­νὴ ἀ­πὸ αὐ­τή· καὶ ὅ­λη ἡ πό­λη, λὲς καὶ εἶ­ναι ἀ­κα­τοί­κη­τη ἐ­δῶ καὶ αἰ­ῶ­νες, μὲ τοὺς φα­νο­στά­τες ποὺ ἀ­κό­μη τὴν ξα­γρυ­πνοῦν μὲς στὴ μυ­στη­ρι­ώ­δη ἀ­κτι­νο­βο­λί­α ἐ­κεί­νου τοῦ ψυ­χροῦ γα­λά­ζιου χρώ­μα­τος τῆς νύ­χτας. Ἀ­δύ­να­τος καὶ ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὰ βή­μα­τά του μέ­σα σὲ κεί­νη τὴ σι­ω­πὴ ποὺ μοιά­ζει αἰ­ώ­νια.

Ἄχ! Ἂν ὡς ἐκ θαύ­μα­τος ἔ­σβη­νε ἡ ζω­ὴ τῆς πό­λης! Κα­θι­σμέ­νος σὰν ἐ­παί­της στὸ στη­θαῖ­ο τοῦ δρό­μου, μπρο­στὰ στὴν πλα­τεί­α, θὰ μεί­νει ὅ­πως ἐ­κεῖ­νοι οἱ πε­ριτ­τοὶ φα­νο­στά­τες νὰ κοι­τά­ζει τὴν ἀ­κί­νη­τη ἔκ­πλη­ξη ὅ­λων ἐ­κεί­νων τῶν πραγ­μά­των ποὺ ἔ­χουν πλέ­ον χά­σει κά­θε ση­μα­σί­α.

Ξυ­πνᾶ στὸ τέ­λος ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ μα­γεί­α καὶ δι­α­σχί­ζει τὴν πλα­τεί­α.

Ἐ­λα­φρὺ σὰν ἴ­σκιος τὸ σῶ­μα του· καὶ κα­θὼς προ­χω­ρᾶ, κα­νέ­νας ἦ­χος. Ποῦ εἶ­ναι ἄ­ρα­γε τὸ φορ­τί­ο ποὺ ἔ­νι­ω­σε νὰ τὸν βα­ραί­νει λί­γο νω­ρί­τε­ρα; Τώ­ρα, ὁ­λό­γυ­ρα ἡ πό­λη λὲς καὶ εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­νη σὲ μιὰ ὀ­νει­ρι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ τὸ σῶ­μα του κι­νεῖ­ται ἐν­τός της σὰν νὰ εἶ­ναι σχε­δὸν ρευ­στό, ἴ­σκιος ἀ­νά­με­σά σε ἴ­σκιους.

Εἶ­ναι λοι­πὸν μιὰ ἰ­δέ­α. Πά­λι, πάν­τα, αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α ποὺ δὲν κα­τορ­θώ­νει μὲ κα­νέ­ναν τρό­πο νὰ ἀ­πο­σα­φη­νί­σει. Μό­λις δι­αι­σθά­νε­ται συγ­κε­χυ­μέ­να τὴν πα­ρου­σί­α της, νι­ώ­θει νὰ τὸν κα­τα­πι­έ­ζει αὐ­τὸ τὸ φορ­τί­ο. Μό­λις ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, νά ποὺ ἀ­δειά­ζει σὰν ἴ­σκιος.

Δὲν πρέ­πει ὅ­μως νὰ ἔ­χει σχέ­ση μὲ τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὸ τὸ φορ­τί­ο. Τὸ φορ­τί­ο ἔ­χει σχέ­ση μὲ τὸν χρό­νο ποὺ χά­νει, βλέ­πον­τας τοὺς ἄλ­λους νὰ ζοῦν. Δὲν κα­τα­φέρ­νει πιὰ νὰ κα­τα­λά­βει τὴν αἰ­τί­α, ἢ κα­λύ­τε­ρα, πε­ρι­μέ­νει νὰ κα­τα­λά­βει τί ἄλ­λο ἀ­να­ζη­τοῦν, ἂν αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ζω­ή, ἔ­τσι κα­μω­μέ­νη κα­θὼς εἶ­ναι μὲ πράγ­μα­τα ποὺ γνω­ρί­ζεις, συ­νη­θι­σμέ­να καὶ ἀ­πα­ραί­τη­τα, τὰ ἴ­δια κά­θε μέ­ρα, ἴ­σως μὲ τὴν ψευ­δαί­σθη­ση πὼς κά­θε τό­σο μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξουν καὶ και­νούρ­για μό­νο καὶ μό­νο δι­ό­τι πῆ­ραν μιὰ πιὸ πλα­τιὰ ὄ­ψη, μὲ κά­τι ἀ­προσ­δό­κη­το στὴν ἀρ­χή, μιὰ ἀ­νυ­πο­ψί­α­στη αἴ­σθη­ση, ἔ­τσι ποὺ νὰ φαί­νε­ται πὼς ἀ­νοί­γε­ται ἐμ­πρός σου ἕ­νας ἄλ­λος κό­σμος· καὶ με­τά, ἢ συ­νη­θί­ζεις γρή­γο­ρα ἢ ξα­να­πέ­φτεις ἀ­μέ­σως, ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος, στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη κα­τά­στα­ση μιᾶς συ­νε­χοῦς ἀ­δι­α­φο­ρί­ας. Γιὰ τὴ μαλ­θα­κό­τη­τα ὁ­ρι­σμέ­νων κα­λο­συ­νά­των καὶ κά­πως ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νων πρά­ξε­ών του νι­ώ­θει μιὰν τέ­τοι­α ἀ­η­δί­α ποὺ ἂν κά­τσει καὶ τὸ σκε­φτεῖ, πολ­λὲς φο­ρὲς θὰ ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πάν­θρω­πο κτῆ­νος. Καὶ αὐ­τὲς οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ ἀλ­λοι­ώ­νουν τὸ πρό­σω­πό τους γιὰ νὰ τὸ με­τα­μορ­φώ­σουν σὲ μά­σκα! Ἂν τὶς ρω­τή­σεις «Τί σκέ­φτε­σαι;», δὲν σκέ­φτον­ται τί­πο­τα· ἀρ­κεῖ ὅ­μως νὰ τὶς ρω­τή­σεις καὶ ἀ­να­δύ­ε­ται στὸ μυα­λό τους κά­τι ποὺ δὲν μπο­ροῦν νὰ σοῦ ποῦ­νε. Εἶ­ναι σὰν νὰ ξυ­πνᾶς τὶς γά­τες. Καὶ ἡ μα­ται­ό­τη­τα ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν μυ­στι­κῶν συλ­λο­γι­σμῶν, πάν­τα μ’ ἕ­να ἠ­λί­θιο χα­μό­γε­λο ἕ­τοι­μο νὰ σχη­μα­τι­στεῖ στὰ χεί­λη σου στὸ πα­ρα­μι­κρὸ κά­λε­σμα τῶν ἀ­γα­πη­τῶν φί­λων, ποὺ σὲ χλευά­ζουν, για­τὶ δὲν ξέ­ρεις νὰ τοὺς πεῖς οὔ­τε τί ἔ­χεις οὔ­τε τί θέ­λεις. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ βά­ρος. Ἐ­νῶ, ἴ­σως, ἀ­πὸ μό­νη της ἡ ἰ­δέ­α εἶ­ναι τὸ ἐ­λα­φρύ, τὸ πιὸ ἁ­πλὸ καί, για­τί ὄ­χι, τὸ πιὸ σύ­νη­θες πράγ­μα.

Δι­έ­σχι­σε τὴν πλα­τεί­α. Προ­τοῦ μπεῖ στὸ στε­νὸ μὲ τὰ σπί­τια κον­το­στέ­κε­ται πά­λι. Στὴν κα­τά­στα­ση ποὺ βρί­σκε­ται τὸ νὰ πά­ει νὰ κλει­στεῖ τοῦ προ­κα­λεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ζα­λά­δα φό­βο. Στρί­βει δε­ξιά, κα­τὰ μῆ­κος τῆς λε­ω­φό­ρου ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴ γέ­φυ­ρα, καὶ στὴ συ­νέ­χεια στὶς ἀ­πο­μο­νω­μέ­νες συ­νοι­κί­ες πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ πο­τά­μι. Εἶ­ναι σί­γου­ρο πὼς θὰ κά­νει πί­σω μό­λις φτά­σει στὴ γέ­φυ­ρα. Δὲν θὰ τὴν ἀ­νέ­βει τὴ γέ­φυ­ρα. Χω­ρὶς νὰ θέ­λει νὰ τὸ νιώ­σει, ἕ­να ρί­γος τὸν δι­α­περ­νᾶ καὶ μό­νο στὴ σκέ­ψη. Τὸ κρύ­ο εἶ­ναι δι­α­πε­ρα­στι­κό· ἀ­κό­μη καὶ τὸ πλα­κό­στρω­το μοιά­ζει νὰ ἔ­χει με­λα­νιά­σει. Κα­θὼς περ­πα­τᾶ, πα­ρα­τη­ρεῖ πὼς κά­θε φο­ρὰ ποὺ περ­νᾶ κά­τω ἀ­πὸ ἕ­ναν ἠ­λε­κτρι­κὸ λαμ­πτή­ρα ποὺ κρέ­με­ται στὴ σει­ρά, ψη­λά, κα­τα­με­σῆς της λε­ω­φό­ρου, ὁ ἴ­σκιος τοῦ σώ­μα­τός του ἐ­πι­μη­κύ­νε­ται, με­γα­λώ­νον­τας πα­ρά­δο­ξα καὶ τὸ ἕ­να πό­δι καὶ τὸ ἄλ­λο, καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­πι­μη­κύ­νε­ται τό­σο ἐ­ξα­ϋ­λώ­νε­ται, μέ­χρις ὅ­του ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται. Καὶ ὁ ἴ­σκιος τοῦ σώ­μα­τός του λοι­πὸν ὅ­πως καὶ αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α.

Δὲν δύ­να­ται πλέ­ον νὰ βαυ­κα­λι­στεῖ μὲ τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ί, ἀ­να­νε­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν νυ­χτε­ρι­νὸ ὕ­πνο, θὰ δι­ώ­ξει ἀ­πὸ πά­νω του τὴ θύ­μη­ση αὐ­τῶν τῶν βα­σα­νι­στι­κῶν στιγ­μῶν, ἀ­να­φω­νών­τας γιὰ νὰ μὴν τοὺς δώ­σει ση­μα­σί­α: «εἶ­ναι ἡ κού­ρα­ση!».

Τὸ ἔ­χει πεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς αὐ­τό. Τοῦ φαί­νε­ται πλέ­ον πὼς πρό­κει­ται γιὰ τὰ λό­για κά­ποι­ου ἄλ­λου, γιὰ μιὰν πα­ρη­γο­ριὰ πού, μο­λο­νό­τι εἶ­ναι ἀ­νώ­φε­λο νὰ δώ­σεις, τὸ κά­νεις. Ἂν εἶ­ναι ἐ­ξάλ­λου στ’ ἀ­λή­θεια ἡ κού­ρα­ση, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ δὲν πρό­κει­ται πλέ­ον γιὰ στιγ­μὲς καὶ ποὺ δὲν ἀρ­κεῖ οὔ­τε ὁ ὕ­πνος οὔ­τε κά­τι ἄλ­λο γιὰ νὰ τοῦ πε­ρά­σει, τί ἀ­να­κού­φι­ση καὶ τί πα­ρη­γο­ριὰ μπο­ρεῖ πιὰ νὰ ὑ­πάρ­ξει γι’ αὐ­τὸν ὀ­νο­μά­ζον­τας ἔ­τσι αὐ­τὴν τὴν ἰ­δέ­α; Καὶ δὲν εἶ­ναι οὔ­τε ἀ­πέ­χθεια γιὰ τὸ εἶ­δος τῆς ζω­ῆς ποὺ κά­νει. Ὄ­χι, εἶ­ναι ὅ­τι στ’ ἀ­λή­θεια δὲν ξέ­ρει τί εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς οὔ­τε ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χε­ται στὸ μυα­λό του τό­σο συ­χνὰ πλέ­ον αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α, σὰν μιὰ αἰφ­νί­δια παύ­ση ποὺ τὸν κρα­τᾶ με­τέ­ω­ρο καὶ βυ­θι­σμέ­νο σὲ μιὰ θο­λὴ ἀ­να­μο­νή.

Μὰ τί ἔ­γι­νε; Ἔ­χει ἤ­δη μπεῖ μέ­σα;

Ἀ­πὸ μό­να τους, τὰ πό­δια του τὸν ὁ­δή­γη­σαν σὲ μιὰν ἐ­ξώ­πορ­τα πο­λὺ γνω­στὴ σὲ κεί­νη τὴ λε­ω­φό­ρο· καὶ μά­λι­στα ἀ­νέ­βη­καν τὴν πρώ­τη στρο­φὴ μιᾶς σκά­λας, τὴν ὁ­ποί­α ἄλ­λες φο­ρὲς εἶ­χε ἀ­νέ­βει μὲ μιὰ ἀ­ό­ρι­στη ἐλ­πί­δα στὴν καρ­διὰ καὶ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε κα­τέ­βει μὲ τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ μὴν τὴν ξα­να­νέ­βει πο­τὲ πιά.

Ἕ­να προ­θά­λα­μος καὶ με­τὰ τὸ γρα­φεῖ­ο, ὁ­λο­σκό­τει­νο, μὲ τὸ φῶς νὰ πέ­φτει μό­νο πά­νω στὰ με­γά­λα ἄ­σπρα φύλ­λα ἑ­νὸς κα­τά­στι­χου, ἀ­νοιγ­μέ­νου πά­νω στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ σε­κρε­ταίρ. Μό­λις ποὺ δι­α­φαί­νε­ται μὲς σὲ κεί­νη τὴ σκιὰ ἕ­να πορ­τα­τὶφ μὲ πρά­σι­νο γυα­λί. Καὶ πά­νω σε κεῖ­να τὰ φω­τι­σμέ­να φύλ­λα δύ­ο μι­κρὰ ρο­δα­λὰ χε­ρά­κια, μὲ τό­σα λακ­κά­κια ὅ­σα καὶ τὰ δά­χτυ­λα. Μιὰ φω­νὴ ἀ­κού­γε­ται ἀ­πὸ τὴ σκιά. Χω­ρὶς ἴ­χνος ἔκ­πλη­ξης, χω­ρὶς ἐ­πί­πλη­ξη, σὰν νὰ δι­α­γρά­φε­ται ἕ­να ἁ­πα­λό, εὐ­τυ­χι­σμέ­νο χα­μό­γε­λο: «Ἄ, ἦρ­θες πά­λι;».

Πρέ­πει νὰ συ­νη­θί­σεις στὸ σκο­τά­δι γιὰ νὰ μπο­ρεῖς νὰ δι­α­κρί­νεις· αὐ­τὸς βλέ­πει κα­θα­ρὰ ὅ­μως καὶ κα­τευ­θύ­νε­ται πρὸς τὴ φω­νὴ καὶ ἔ­χει, ὡς συ­νή­θως, τὰ χέ­ρια του πα­νέ­τοι­μα· ὡς συ­νή­θως αὐ­τὴ τὰ παίρ­νει καὶ κά­νει σὰν νὰ τοῦ τὰ ἐ­πι­στρέ­φει μᾶλ­λον πα­ρὰ σὰν νὰ τὰ ἀ­πω­θεῖ. Ἔ­τσι δὲν τὰ θέ­λει· ἀ­κό­μη κι ἂν αὐ­τὸς δὲν εἶ­χε πά­ψει νὰ εἶ­ναι ὁ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κός της. Τί; Εἶ­ναι ἀ­κό­μη; Τί θρά­σος! Δὲν ἔ­χει φα­νεῖ ἐ­δῶ καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες. Αὐ­τὴ δὲν τοῦ ξα­να­τη­λε­φώ­νη­σε· δὲν θὰ τοῦ ξα­να­τη­λε­φω­νή­σει ὅ­μως πο­τέ. Ἂν θέ­λει νὰ ἔρ­χε­ται, θὰ εἶ­ναι πάν­τα κα­λο­δε­χού­με­νος καὶ θὰ τὴ βρί­σκει κά­θε βρά­δυ νὰ δου­λεύ­ει στὸ σπί­τι, με­τὰ τὴν κα­θη­με­ρι­νή της δου­λειὰ στὴν τρά­πε­ζα: ἐ­κεῖ, μὲ τὰ κα­τά­στι­χά της, ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀ­ριθ­μοὺς καὶ τοὺς δύ­ο κον­δυ­λο­φό­ρους, μά­λι­στα, καὶ τὰ δύ­ο με­λά­νια, τοὺς κόκ­κι­νους καὶ τοὺς μαύ­ρους ἀ­ριθ­μούς, τοὺς χά­ρα­κες, τὰ μο­λύ­βια καὶ τὴν ἀ­ριθ­μο­μη­χα­νὴ γιὰ τὶς ἀ­ριθ­μη­τι­κὲς πρά­ξεις.

«Θεί­α!»

Ἄ­δι­κος κό­πος νὰ τὴν ξυ­πνή­σεις, τὴν κα­η­μέ­νη τὴ θεί­α. Συ­νή­θως κοι­μᾶ­ται στὸν κα­να­πὲ κά­νον­τας πὼς πλέ­κει. Ἐ­πι­μέ­νει νὰ τὴ πε­ρι­μέ­νει, μὲ τὰ γυα­λιὰ στὴ μύ­τη, μέ­χρι νὰ τε­λει­ώ­σει τὴ δου­λειά της γιὰ νὰ πᾶ­νε μα­ζὶ γιὰ ὕ­πνο. Τὸ κε­φά­λι της γέρ­νει πό­τε πρὸς τὸν ἕ­ναν ὦ­μο καὶ πό­τε πρὸς τὸν ἄλ­λον· τὰ χέ­ρια της ἔ­χουν γλι­στρή­σει στὸ στῆ­θος: καὶ τὰ γυα­λιά της θὰ γλι­στρή­σουν σὲ λί­γο ἀ­πὸ τὴ μύ­τη της.

Αὐ­τοὶ οἱ ἀ­ριθ­μοί; Μὰ ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα ση­μαν­τι­κὸ γιὰ κεί­νη. Ἁ­πλὰ ἡ δου­λειά της, ποὺ πρέ­πει νὰ τὴν ἐ­κτε­λέ­σει μὲ τὴ μέ­γι­στη προ­σο­χή. Ἔ­πει­τα, ἡ θέ­ση τους εἶ­ναι ἐ­κεῖ, γιὰ τὴν τρά­πε­ζα. Δὲν τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρουν κα­θό­λου. Καὶ λέ­γον­τας αὐ­τὰ περ­νά­ει τὰ δά­κτυ­λά της στὰ ξαν­θὰ γυ­α­λι­στε­ρὰ καὶ ἴ­σια μαλ­λιά της καὶ τοῦ χα­μο­γε­λά­ει μὲ τὰ ἀ­νοι­χτό­χρω­μα γα­λά­ζια μά­τια της. Τὰ χεί­λη της εἶ­ναι τό­σο τρυ­φε­ρὰ καὶ τὸ μέ­τω­πό της τό­σο ἤ­ρε­μο! Μὰ δὲν ἔ­χει πο­τὲ ἐ­πι­θυ­μί­ες;

«Ὄ­χι. Καὶ για­τί νὰ ἔ­χει;».

Ἄχ, Θε­έ μου, ναί, κά­ποι­ες, φευ­γα­λέ­ες, καὶ μό­νο ἂν εἶ­ναι ἐ­φι­κτές. Εἶ­ναι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι.

Κι ἂν αὐ­τὸς τὴν παν­τρευ­ό­ταν;

Μὰ ἀ­σφα­λῶς, για­τί ὄ­χι, θὰ ἦ­ταν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη.

Αὐ­τὸς ὅ­μως δὲν θὰ τὴν παν­τρευ­τεῖ πο­τέ. Τώ­ρα τὴν ρω­τά­ει ἁ­πλῶς γιὰ νὰ μά­θει τί θὰ τοῦ ἀ­παν­τή­σει.

Ὡ­ραί­α, ἔ­τσι τοῦ ἀ­παν­τά­ει. Εἶ­ναι ὄ­μορ­φο νὰ κά­νει αὐ­τὴν τὴν ὑ­πο­θε­τι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση ἀ­κό­μη κι ἂν δὲν τὴν πι­στεύ­ει.

Ἐ­ξάλ­λου, εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν παν­τρεύ­ε­ται μιὰ γυ­ναί­κα σὰν κι αὐ­τή. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ τὸν ἑ­αυ­τό της νὰ κά­νει μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ζω­ή. Αὐ­τὸ τὸ ἀρ­χον­τι­κὸ δι­α­με­ρι­σμα­τά­κι, μο­λο­νό­τι στὸν πέμ­πτο ὄ­ρο­φο, ὅ­λα κα­λο­βαλ­μέ­να, μὲ τὰ σω­στὰ χρώ­μα­τα, κουρ­τί­νες, χα­λιά, ἡ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση πὼς ὅ­λα τὰ ὀ­φεί­λει στὴ δου­λειά της, ἡ ἠ­ρε­μί­α τῆς θεί­ας, κά­ποι­ες μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις ποὺ κά­θε τό­σο μπο­ροῦν νὰ ἔ­χουν, οἱ θε­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς στὴ θά­λασ­σα ἢ στὸ βου­νό, κά­ποι­οι πε­ρί­πα­τοι, οἱ γι­ορ­τές, μὲ τὴν τά­δε ἢ τὴν δεί­να φί­λη. Μὰ ἀ­σφα­λῶς, ναί, ἔ­χει με­ρι­κὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες. Καὶ χα­μο­γε­λά­ει. Για­τί δὲν θά ’­πρε­πε νὰ ἔ­χει; Καὶ κά­ποι­ον νε­α­ρό, για­τί ὄ­χι! Λί­γες γυ­ναῖ­κες ξέ­ρουν νὰ χα­μο­γε­λοῦν μὲ μιὰ τό­σο ἀ­πό­μα­κρη γλυ­κύ­τη­τα. Μοιά­ζει μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λα, μα­κριὰ καὶ ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της, λὲς καὶ οὔ­τε τὸ σῶ­μα της τῆς ἀ­νή­κει καὶ δὲν ἔ­χει τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ὑ­πο­ψί­α οὔ­τε γιὰ τὸν πό­θο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ξυ­πνή­σει οὔ­τε γιὰ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση ποὺ μπο­ρεῖ νὰ προ­σφέ­ρει. Ἐκ­πέμ­πει πράγ­μα­τι μιὰ τέρ­ψη τό­σο ἀρ­χον­τι­κὰ ἤ­ρε­μη καὶ ἁ­γνὴ ποὺ κα­νέ­νας σαρ­κι­κὸς πό­θος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­δυ­θεῖ σὲ αὐ­τὸν ποὺ τὴν κοι­τά­ζει. Μὰ εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ μὴν σκέ­φτε­ται τί­πο­τα; Του­λά­χι­στον τὸ μέλ­λον της! Μὰ θὰ ζή­σει πάν­τα ἔ­τσι, μὲ αὐ­τὴν τὴν ἐγ­κρά­τεια, πάν­τα μὲ αὐ­τὸ τὸ ὕ­φος τῆς πα­ραί­τη­σης ἀ­πὸ ὅ­λα; Ὑ­πάρ­χουν οἱ ἄλ­λοι· ὑ­πάρ­χει ἡ ζω­ή, ἀρ­κεῖ νὰ κά­νει ἕ­να βῆ­μα. Δὲν θέ­λει. Οἱ σκέ­ψεις τῆς μέ­ρας, τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­χει νὰ κά­νει. Ἐ­νί­ο­τε δι­α­βά­ζει κά­ποι­ο βι­βλί­ο· ἔ­χει ὅ­μως τό­σο λί­γο χρό­νο γιὰ τὸ δι­ά­βα­σμα! Τα­ξι­δι­ω­τι­κὰ βι­βλί­α. Μὲ τα­ξί­δια στὸ βό­ρει­ο πό­λο; Ὄ­χι. Για­τί τὸ λέ­ει αὐ­τό; Ἕ­να ἀ­κό­μη ὡ­ραῖ­ο, ρευ­στό, κα­θα­ρό, φω­τει­νὸ γέ­λιο. Πι­στεύ­ει στ’ ἀ­λή­θεια πὼς εἶ­ναι τό­σο ψυ­χρή; Κι ὅ­μως, λέ­νε πὼς οἱ Ἐ­σκι­μῶ­ες εἶ­ναι τό­σο θερ­μές!

«Ἐ­γώ; Δὲν ξέ­ρω. Τὸ χει­μώ­να δὲν τὸ ἀν­τέ­χω τὸ κρύ­ο. Κά­τω τὰ χέ­ρια. Εἶ­ναι κρύ­α, τὸ ξέ­ρω.»

Ἔ­πει­τα αὐ­τὴ ἡ σι­ω­πή. Πάν­τα αὐ­τὴ ἡ σι­ω­πή.

«Κοι­μᾶ­μαι ἤ­ρε­μα. Σπά­νια ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι.»

Στὴ γέ­φυ­ρα, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, τί κα­θα­ρό­τη­τα ποὺ ἔ­χουν τὰ ἀ­στέ­ρια!

Κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νό, γιὰ νὰ μὴν κοι­τά­ξει κά­τω, τὸ νε­ρὸ στὸ πο­τά­μι. Ἡ ἰ­δέ­α τὴν ὁ­ποί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­σα­φη­νί­σει ἴ­σως εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τή. Δὲν ἔ­χει ὅ­μως τὸ κου­ρά­γιο. Ἀ­κουμ­πά­ει τὰ χέ­ρια του στὴν κου­πα­στὴ τῆς γέ­φυ­ρας· τὰ νι­ώ­θει νὰ ἐ­πι­στρέ­φουν καὶ τώ­ρα, ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο τῆς πέ­τρας, ὅ­πως νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ τὴ θαλ­πω­ρὴ ἐ­κεί­νων τῶν ἄλ­λων χε­ρι­ῶν. Καὶ ἀ­πο­μέ­νει ἐ­κεῖ, βυ­θι­σμέ­νος ξα­νά, θο­λά, σὲ κεί­νη τὴν πα­ρά­ξε­νη δι­κή του προ­σμο­νή. Ὁ χρό­νος ἔ­χει στα­μα­τή­σει, καὶ ἀ­νά­με­σα στὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­χουν ἀ­πο­μεί­νει τρι­γύ­ρω ἀ­πο­σβο­λω­μέ­να, σὲ ἔκ­στα­ση, φαί­νε­ται πὼς ἕ­να ὑ­πέ­ρο­χο μυ­στι­κὸ βρί­σκε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι μέ­σα σὲ τό­ση ἀ­κι­νη­σί­α μό­νο το νε­ρὸ τοῦ πο­τα­μοῦ κι­νεῖ­ται.

Πηγή: L. Pirandello, «Un’idea» στὸ Il meg­lio dei rac­con­ti di Lui­gi Pi­ra­ndel­lo, Mon­da­do­ri, Mi­la­no, 1993, pp. 1014-1018

Λου­ί­τζι Πι­ραν­τέλ­λο (Luigi Pirandello) (Ἀ­κρά­γαν­τας 1867 – Ρώ­μη 1936). Ξε­κί­νη­σε νὰ γρά­φει νου­βέ­λες στὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τίας τοῦ 1890 καὶ συ­νέ­χι­σε ὣς τὶς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες τῆς ζω­ῆς του. Τὸ δι­ή­γη­μα δὲν ἦ­ταν μό­νο το ση­μεῖ­ο ἀ­φε­τη­ρί­ας γιὰ τὰ θε­α­τρι­κά του ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως τὸ προ­νο­μι­οῦ­χο ἔ­δα­φος γιὰ κά­θε ψυ­χι­κὴ ἐν­δο­σκό­πη­ση, ἰ­δα­νι­κὸ γιὰ νὰ δώ­σει ζω­ὴ σὲ ἕ­ναν χα­ρα­κτή­ρα, νὰ ἀ­πο­τυ­πώ­σει ἀ­το­μι­κὲς τρα­γω­δί­ες ἢ νὰ πα­ρα­πέμ­ψει σὲ πιὸ ἐ­κτε­νεῖς ἱ­στο­ρι­κὲς καὶ κοι­νω­νι­κὲς κρί­σεις. Τὸ πλῆ­ρες corpus τῶν σύν­το­μων δι­η­γη­μά­των τοῦ Πι­ραν­τέλ­λο (τρι­α­κό­σια ἑ­ξήν­τα δι­η­γή­μα­τα) ἐκ­δό­θη­κε μὲ τὸν τί­τλο Νου­βέ­λες γιὰ ἕ­να χρό­νο σὲ εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρις τό­μους τὸ δι­ά­στη­μα 1922-1937 καὶ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ ἕ­ναν τέ­λει­ο ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ μη­χα­νι­σμό, ἐ­πι­δέ­ξια κα­τα­σκευ­α­σμέ­νους δι­α­λό­γους, ἐκ­πλη­κτι­κὰ μον­τέρ­νους χα­ρα­κτῆ­ρες. Ἱ­στο­ρί­ες “χω­ρὶς ἤ­ρω­ες”, μὲ τὰ ἀν­θρώ­πι­να ζη­τή­μα­τα νὰ δι­α­θλῶν­ται ὅ­πως σὲ ἕ­ναν κα­θρέ­φτη ἀ­π’ ὅ­που ἀ­να­δύ­ον­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὲς καὶ ἀλ­λό­κο­τες εἰ­κό­νες. Κεί­με­να-ὁ­ρό­ση­μα ἀ­π’ τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τα­γρά­φει κα­νεὶς τὸ πα­ρά­λο­γο τῶν ἀν­θρώ­πι­νων πα­θῶν, ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται τὸ ὑ­πο­συ­νεί­δη­το, ρί­χνει ἕ­να βλέμ­μα σὲ μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­νώ­μα­λη, πα­ρα­μορ­φω­μέ­νη, ἀ­νοί­κεια, ποὺ στε­ρεῖ­ται ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε κα­θη­συ­χα­στι­κῆς σι­γου­ριᾶς.

Source: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2015/10/15/luigi-pirandello-mia-idea-2/