Μιχαὴλ Μπουλγκάκωφ (Михаил Булгаков)  Αι­γυ­πτι­α­κὴ μούμια (Египетская мумия)

Standard



ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ τῆς το­πι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς φτά­σα­με στὸ Λε­νιν­γκράτ, εὑ­ρι­σκό­με­νοι σὲ ἀ­πο­στο­λή.

Ὅ­ταν ξεμ­περ­δέ­ψα­με ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς μι­κρο­ϋ­πο­θέ­σεις, μοῦ λέ­ει ὁ πρό­ε­δρος:
— Ξέ­ρεις κά­τι, Βά­σια; Ἂς πᾶ­με στὸ Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ(1).

Τὸν ρω­τά­ω: — Καὶ τί ξέ­χα­σα ἐ­κεῖ;

— Ἀλ­λό­κο­τος ποὺ εἶ­σαι —μοῦ ἀ­παν­τᾶ ὁ πρό­ε­δρός μας τῆς το­πι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς—, στὸ Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ θὰ ψυ­χα­γω­γη­θεῖς μὲ τὸν πρέ­πον­τα τρό­πο καὶ θὰ ξε­κου­ρα­στεῖς, σύμ­φω­να μὲ τὸ ἄρ­θρο 98 τοῦ Ἐρ­γα­τι­κοῦ Κώ­δι­κα (ὁ πρό­ε­δρος γνω­ρί­ζει ἀ­π’ ἔ­ξω ὅ­λα τὰ ἄρ­θρα, ἔ­τσι ποὺ ὅ­λοι τὸν θε­ω­ροῦν θαῦ­μα τῆς φύ­σης).

Ἐν­τά­ξει. Πή­γα­με. Πλη­ρώ­σα­με, ὡς εἴ­θι­σται, καὶ ἀρ­χί­σα­με νὰ ἐ­φαρ­μό­ζου­με τὸ ἄρ­θρο 98. Ἡ πρώ­τη μας ὑ­πο­χρέ­ω­ση ἦ­ταν νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τὸν τρο­χὸ τοῦ θα­νά­του. Ἕ­νας συ­νη­θι­σμέ­νος, τε­ρά­στιος τρο­χὸς καὶ στὴ μέ­ση ἕ­να πα­λού­κι. Ὁ τρο­χὸς ἀρ­χί­ζει νὰ πε­ρι­στρέ­φε­ται ἀ­πὸ ἄ­γνω­στη αἰ­τί­α μὲ ἀ­πί­στευ­τη τα­χύ­τη­τα, ἀ­πο­τι­νά­ζον­τας στὸν δι­ά­βο­λο κά­θε μέ­λος τῆς ἕ­νω­σης ποὺ θὰ κα­θί­σει πά­νω του. Πο­λὺ ἀ­στεῖ­ο κόλ­πο, ἀ­να­λό­γως τοῦ τρό­που ποὺ θὰ τι­να­χτεῖς. Ἐ­γὼ ἐ­κτι­νά­χτη­κα ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ κω­μι­κά, πά­νω ἀ­πὸ κά­ποι­α δε­σποι­νί­δα, σχί­ζον­τας τὸ παν­τε­λό­νι μου. Καὶ ὁ πρό­ε­δρος στραμ­πού­λι­ξε μὲ πρω­τό­τυ­πο τρό­πο τὸ πό­δι του, σπά­ζον­τας πα­ράλ­λη­λα τὸ μπα­στού­νι ἑνὸς πο­λί­τη, ποὺ ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ κόκ­κι­νο ξύ­λο, μὲ μιὰ φο­βε­ρὴ κραυ­γὴ φρί­κης. Ἐ­νό­σω πε­τοῦ­σε, ὅ­λοι τρι­γύ­ρω ἔ­πε­φταν στὴ γῆ, κα­θὼς ὁ πρό­ε­δρός μας τῆς το­πι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς εἶ­ναι ἄν­θρω­πος βα­ρέ­ων βα­ρῶν. Μὲ μιὰ λέ­ξη, ὅ­ταν ἔ­πε­σε, σκέ­φτη­κα ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­κλέ­ξου­με νέ­ον πρό­ε­δρο. Ὅ­μως ὁ πρό­ε­δρος στά­θη­κε στὰ πό­δια του ρω­μα­λέ­ος, σὰν τὸ Ἄ­γαλ­μα τῆς Ἐ­λευ­θε­ρί­ας, ἐ­νῶ, ἀ­πε­ναν­τί­ας, ἐ­κεῖ­νος ὁ πο­λί­της μὲ τὸ σπα­σμέ­νο μπα­στού­νι ἔ­βη­ξε αἷ­μα.

Ἔ­πει­τα κι­νή­σα­με γιὰ τὸ Στοι­χει­ω­μέ­νο Δω­μά­τιο, ἡ ὀ­ρο­φὴ καὶ οἱ τοῖ­χοι τοῦ ὁ­ποί­ου πε­ρι­στρέ­φον­ται. Ἐ­δῶ βγῆ­καν ἀ­πὸ μέ­σα μου με­ρι­κὰ μπου­κά­λια μπύ­ρας «Νέ­α Βαυ­α­ρί­α», ποὺ τὰ εἴ­χα­με πι­εῖ μὲ τὸν πρό­ε­δρο στὸ κυ­λι­κεῖ­ο. Πο­τὲ ἄλ­λο­τε στὴ ζω­ή μου δὲν ξέ­ρα­σα, ὅ­πως σ’ αὐ­τὸ τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο δω­μά­τιο. Ὁ πρό­ε­δρος ὅ­μως ἄν­τε­ξε.

Ὅ­ταν βγή­κα­με, τοῦ εἶ­πα:

— Φί­λε, ἀ­πο­κη­ρύσ­σω τὸ ἄρ­θρο σου. Τὴν κα­τά­ρα μου νὰ ἔ­χει ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ψυ­χα­γω­γί­α μὲ τὸ νού­με­ρο 98!

Ὡ­στό­σο ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε:

— Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἤ­δη ἤρ­θα­με καὶ πλη­ρώ­σα­με, θὰ πρέ­πει ἀ­κό­μα νὰ δεῖς τὴ δι­ά­ση­μη αἰ­γυ­πτια­κὴ μού­μια.

Φτά­σα­με λοι­πὸν στὸ σχε­τι­κὸ δω­μά­τιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας νε­α­ρός, μέ­σα σὲ γα­λά­ζιο φῶς, καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε:

— Καὶ τώ­ρα, πο­λί­τες, θὰ ἀν­τι­κρί­σε­τε ἕ­να φαι­νό­με­νο ἄ­νευ προ­η­γου­μέ­νου – μιὰν αὐ­θεν­τι­κὴ αἰ­γυ­πτια­κὴ μού­μια, φερ­μέ­νη ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρελ­θὸν 2500 χρό­νων. Ἡ μού­μια αὐ­τὴ δί­νει χρη­σμοὺς γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν, προ­φη­τεύ­ει τὸ πα­ρὸν καὶ τὸ μέλ­λον, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­παν­τά­ει σὲ ἐ­ρω­τή­σεις καὶ δί­νει συμ­βου­λὲς πά­νω σὲ δύ­σκο­λα θέ­μα­τα τῆς ζω­ῆς. Ἐ­πί­σης, συμ­βου­λεύ­ει μὲ ἐ­χε­μύ­θεια τὶς ἐγ­κυ­μο­νοῦ­σες.

Ὅ­λοι ἔ­βγα­λαν ἕ­να «ἄχ» ἀ­πὸ τὸν ἐν­θου­σια­σμὸ καὶ τὸν τρό­μο καί, πράγ­μα­τι, γιὰ βάλ­τε μὲ τὸ νοῦ σας, ἐμ­φα­νί­στη­κε μιὰ μού­μια μὲ τὴ μορ­φὴ γυ­ναι­κεί­ου κε­φα­λιοῦ, πλαι­σι­ω­μέ­νη ἀ­πὸ αἰ­γυ­πτια­κὰ ἱ­ε­ρο­γλυ­φι­κά. Κο­κά­λω­σα ἀ­πὸ τὴν ἔκ­πλη­ξη, δι­α­πι­στώ­νον­τας ὅ­τι ἡ μού­μια ἦ­ταν νε­ό­τα­τη, ἔ­τσι ὅ­πως δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ὄ­χι μό­νο ἕ­νας ἄν­θρω­πος 2500 χρό­νων, ἀλ­λὰ οὔ­τε κὰν 100.

Ὁ νε­α­ρὸς προ­σκά­λε­σε εὐ­γε­νι­κά:

— Κά­νε­τε ἐ­ρω­τή­σεις. Κά­τι ἁ­πλό.

Ὁ πρό­ε­δρος πε­τά­χτη­κε ἀ­μέ­σως καὶ ρώ­τη­σε:

— Καὶ σὲ ποι­ά γλώσ­σα νὰ ρω­τή­σω; Ἐ­γὼ δὲν γνω­ρί­ζω αἰ­γυ­πτια­κά.

Ὁ νε­α­ρός, δί­χως νὰ τὰ χά­σει, ἀ­πο­κρί­νε­ται:

— Ρω­τῆ­στε στὰ ρω­σι­κά.

Ὁ πρό­ε­δρος ξε­ρό­βη­ξε καὶ ρώ­τη­σε:

— Καὶ γιὰ πές μου, ἀ­γα­πη­τὴ μού­μια, τί ἔ­κα­νες ὣς τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ Φε­βρου­α­ρί­ου;

Ἀ­μέ­σως ἡ μού­μια χλώ­μια­σε καὶ εἶ­πε:

— Φοι­τοῦ­σα στὸ πα­νε­πι­στή­μιο.

— Μπά… Καὶ γιὰ πές μου, ἀ­γα­πη­τὴ μού­μια, δι­α­τέ­λε­σες πο­τὲ ὑ­πό­δι­κος κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας, καὶ ἂν ναί, τό­τε γιὰ ποι­όν λό­γο;

Ἡ μού­μια ἀ­νοι­γό­κλει­σε τὰ μά­τια καὶ σι­ώ­πη­σε.

Ὁ νε­α­ρὸς φώ­να­ξε:

— Τί τρέ­χει μὲ σᾶς, πο­λί­τη, καὶ βα­σα­νί­ζε­τε τὴ μού­μια γιὰ 15 κα­πί­κια;

Ὁ πρό­ε­δρος ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­σκεῖ κρι­τι­κὴ μὲ δρι­μύ­τη­τα:

— Καί, ἀ­γα­πη­τὴ μού­μια, ποι­ά εἶ­ναι ἡ σχέ­ση σου μὲ τὴ στρα­τι­ω­τι­κὴ θη­τεί­α;

Ἡ μού­μια ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα καὶ εἶ­πε:

— Ἤ­μουν ἀ­δελ­φὴ τοῦ ἐ­λέ­ους.

— Καὶ τί θὰ ἔ­κα­νες, ἐ­ὰν ἔ­βλε­πες κομ­μου­νι­στὲς μέ­σα σὲ μιὰ ἐκ­κλη­σί­α; Καὶ ποι­ός εἶ­ναι ὁ σύν­τρο­φος Στού­τσκα(2); Καὶ ποῦ ζεῖ τώ­ρα ὁ Κὰρλ Μάρξ;

Ὁ νε­α­ρός, βλέ­πον­τας ὅ­τι ἡ μού­μια ἔ­χει ἀ­πο­τύ­χει στὸν ρό­λο της, ἀρ­χί­ζει νὰ φω­νά­ζει ὁ ἴ­διος σὲ σχέ­ση μὲ τὸν Μάρξ:

— Πέ­θα­νε!

Ὁ πρό­ε­δρος κραύ­γα­σε:

— Ὄ­χι! Ζεῖ στὴν καρ­διὰ τοῦ προ­λε­τα­ριά­του.

Ἀ­μέ­σως ἔ­σβη­σε τὸ φῶς, καὶ ἡ μού­μια ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε στὰ τάρ­τα­ρα μὲ λυγ­μούς, ἐ­νῶ τὸ κοι­νὸ φώ­να­ξε πρὸς τὸν πρό­ε­δρο:

— Ζή­τω! Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με γιὰ τὴν ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῆς ψεύ­τι­κης μού­μιας.

Καὶ ἤ­θε­λε νὰ τὸν ση­κώ­σει στὰ χέ­ρια. Ὅ­μως ὁ πρό­ε­δρος ἀ­πέ­φυ­γε τὸ τι­μη­τι­κὸ λί­κνι­σμα, κι ἐ­μεῖς βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ, τὴν ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς στιγ­μὴ ποὺ ἕ­να πλῆ­θος προ­λε­τά­ρι­ων μᾶς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε μὲ κραυ­γές.

1924

Πηγή:

https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/category/συγγραφεισ/2-1-σε-αλλεσ-γλωσσεσ/μπουλγκάκωφ-μιχαήλ/