Γράφοντας για…

Standard

nosteks-lena

Η Μεγάλη Εβδομάδα και ένα πασχαλινό διήγημα του Παπαδιαμάντη.

Οι συμβολισμοί της Μεγάλης Εβδομάδας, νομίζω ότι μπορούν να αγγίξουν τον καθένα/μία από μας σε απολύτως ατομικό και ανθρώπινο επίπεδο, είτε πιστεύεις είτε δεν πιστεύεις. Εδώ και πολλά χρόνια, σε μια εντελώς ορθολογικά θρησκευτική προσωπική ερμηνεία των ημερών, δεν νοιώθω κατάνυξη, δεν νοιώθω αποστροφή, πολύ, δε, περισσότερο δεν δραματοποιώ την εβδομάδα, που φθάνει στην κορύφωση με την σταύρωση. Θεωρώ ότι είναι σαν τη «διαδρομή» που πολλοί/ες από μας έχουμε διανύσει ή/και διανύουμε. Προσπαθούμε με αγωνία, υπερβάλοντας εαυτόν στις πλείστες των περιπτώσεων, να σηκώσουμε τον δικό μας σταυρό, προχωρώντας προς τη σταύρωση, και μια «ανάσταση» χωρίς τελετουργικά, παρά μόνο με την στήριξη της ατομικής ψυχικής δύναμης που σωρεύσαμε σαν προσωπικότητες. Ούτε μελοδραματισμοί, ούτε απαξίωση όσων βλέπουν διαφορετικά την εβδομάδα των παθών. Η προσωπική ερμηνεία θρησκευτικών ή/και παροδοσιακών εορτασμών, μπορεί να είναι λυτρωτική. Να μας γλυτώσει από μεγάλη αγωνία/πόνο. Να δούμε τη δική μας ζωή, μέσα από την «εικονική» αναπαράσταση της αντίστοιχης θρησκευτικά οριζόμενης. Να μετρηθούμε, ισότιμα, απέναντι στο «θείο δράμα» συνεχίζοντας το μονοπάτι της ζωής σαν άνθρωποι κόντρα σε προκλήσεις, απενοχοποιημένοι, και γεμάτοι από τις εμπειρίες μας – όμορφες ή άσχημες – αδιάφορο, αλλά σημαίνον σε μια εξατομικευμένη πορεία.

Περνώ, λοιπον, στο δεύτερο κομμάτι που έγινε αφορμή για την παραπάνω «εξομολόγηση». Ένα, ανέκδοτο μέχρι πρόσφατα, πασχαλινό διήγημα του Παπαδιαμάντη που εκδόθηκε σε βιβλίο, και που εγώ μπόρεσα να βρω σε ηλεκτρονική μορφή, και να το «αντιγράψω» για όποιον/α θα ήθελε να το διαβάσει, με αφορμή το Ορθόδοξο Πάσχα. Όλα ξεκίνησαν από ένα άρθρο στην Καθημερινή με τον τίτλο «Χριστιανισμός υπό τους διατόρους ήχους της γκάιντας». Αφορούσε το διήγημα του Παπαδιαμάντη, όπως επίσης και τον Χριστιανισμό του Παπαδιαμάντη,και έκλεινε ως εξής: Ο χριστιανισμός του Παπαδιαμάντη δεν μπορεί να είναι ο δικός μας χριστιανισμός σήμερα, δεν απομένει τίποτε πια από όσα τον συγκροτούσαν, που άλλωστε είχαν ήδη θρυμματισθεί από τότε που ζούσε. Είναι σημαντικό ωστόσο να κρατήσουμε από τον παπαδιαμαντικό χριστιανισμό το πολυτιμότερο στοιχείο του, το στοιχείο δηλαδή της χαράς και της ευφροσύνης, και να το εκφράσουμε με άλλο τρόπο. (http://www.kathimerini.gr/809862/article/politismos/vivlio/xristianismos-ypo-toys-diatoroys-hxoys-ths-gkaintas). Βρήκα λοιπόν το διήγημα, και άρχισα να σκέφτομαι τον δικό μου Χριστιανισμό και θρησκευτικότητα. διαμορφώνοντας μ’ αυτον τον τρόπο τη σημερινή ανάρτηση. Ιδού λοιπον το διήγημα:

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ

– Δε μ’ λες Σαραφιανέ, τι κάνουν εκείνα τα μ’λάρια τ’ Γιάννη τ’ Αργαστιώτη;

Την ερώτησιν αυτήν απηύθυνε περιοδικώς ο Γιάννης ο Λιοσαίος εις τον Σαραφιανόν, τον φαιδρόν και ανοικτόκαρδον καταστηματάρχην του ωραίου, σχεδόν εξοχικού μαγαζιού, του γερω Θωμαδάκη. Ο γέρων ήτο πατήρ του Σαραφιανού και ως μαγαζί εχρησίμευεν όλον σχεδόν το υπόγειον της ευρυχώρου οικίας, συνεχομένης με μέγα κήπον και αυλήν, παρά την εσχατιάν του χωρίου, και εχούσης προ αυτής μικράν πλατείαν με δύο τεραστίας πλατυφύλλους μωρέας.

Ο Σαραφιανός επροσπάθει με διαφόρους τρόπους να διασκεδάζη τας περιοδικάς ταύτας νοσταλγίας του μπάρμπα-Γιάννη του Λιοσαίου. Του προσέφερε τσιγάρον με καπνόν και με ολίγην μπαρούτην – όσον δια να γείνη ακίνδυνος μικρά έκρηξις, ικανή να τσιροφλίση τας τρίχας του μύστακος· τον εφίλευε τουρσί από ακρόδρυα «πιμπιράμφον», στυφά και ευώδη υπόξινα, τον εκέρνα εντόπιον ρακί, και του έβαζε κρασί, όσον ήρκει δια να κάμη κέφι ο μπαρμπα-Γιάννης. Διότι ευκόλως έπαιρνε φωτιά. Με δυο ποτήρια ήταν ικανός να φουσκώση την γκάιδα και ν’αρχίση να χορεύη ολομόναχος τον βουκολικόν, υποκάτω από τας ολοπράσινας μωρέας, κατέμπροσθεν του μαγαζιού.

Είνε αληθές ότι, όσον εύκολα ευθυμούσε, τόσον γρήγορα εχόλιαζε. Μέσα εις την ολοφούσκωτην γκάιδαν έπλεεν η ευθυμία, εις τον πάτω της γκάιδας, αντηχούσης με γογγυσμό, η δυσθυμία εφώλευεν. Εις όλην την ζωήν του σχεδόν, άλλο επάγγελμα δεν είχεν, ειμή να είνε παραγυιός – κοπέλλι – του Γιάννη του Αργαστιώτη, του μυλωνά. Αλλά διά την ακρίβειαν, παραπάνω από 15 φορές υπήρξε παραγυιός του, και παραπάνω από 15 φορές του έφευγε μέσ’ στη μέση και τον άφηνε μάρμαρο. Ήτο στραβόξυλον. Εις το γόνα το έτρωγε το ψωμί.

Εις την ελαχίστην αφορμήν εθύμωνεν, εγκατέλειπε την εργασίαν κι’ έφευγεν.
Ήτο αυτός 15 χρόνια γεροντότερος από τον αφεντικό του, νέον άνθρωπον και πατέρα τέκνων· αυτός ήταν άγαμος, απόκληρος, ακτήμων. Δεν είχε «στον ήλιο μοίρα».
Τότε, αφού το δαιμόνιον της μελαγχολίας εξεθύμαινε κάπως, μετά μίαν ή δύο ημέρας επέρνα από το μαγαζί του Σαραφιανού και με θλιβερόν τόνον τον ηρώτα:

– Δε μ’ λες, τι κάνουν εκείνα τα μ’λάρια τ’ Γιάννη τ’ Αργαστιώτη;

***

Βεβαίως τα επονούσεν ο μπαρμπα-Γιάννης τα μουλάρια εκείνα. Κι’ εκείνα τον εγνώριζαν και τον εκτιμούσαν πολύ. Ήσαν ο Αράπης, εν αλογάκι μαύρον, πολύ τρελλόν, και το οποίον δεν εδέχετο άλλον άνθρωπον πλησίον του, ειμή τον αφέντην και τον Λιοσαίον. Η Μούλα μεγαλόσωμος, ρωμαλέα με κοκκινωπόν τρίχωμα, και το Μελαψί, το χαϊδευμένον της κυράς του. Όλα ήσαν πολυβασανισμένα από την βαρείαν και μονότονον εργασίαν του αλογομύλου και ήσαν νευροπαθή και οξύχολα, όσον και ο Γιάννης ο Λιοσαίος.

***

Μιαν χρονιάν, τας ημέρας του Πάσχα, και πάλιν ο Γιάννης είχε δραπετεύσει από τον μύλον. Ο Σαραφιανός τού έλεγε:

– Δεν κάθησες τουλάχιστον να φας τ’ αρνί;

– Δεν με μέλλει για τ’ αρνί, απήντησεν ο Λιοσαίος. Λυπάμαι εκείνα τα ζα…

Την Δευτέραν και Τρίτην του Πάσχα, ακόμη και την Παρασκευήν της Ζωοδόχου Πηγής, οπότε γίνεται φαιδροτάτη πανήγυρις, και την Κυριακήν του Θωμά, ότε η εκκλησία ψάλλει «Σήμερον έαρ μυρίζει και καινή κτίσις χορεύει» ο Γιάννης ο Λιοσαίος εχόρευε κι’ επήδα με την γκάιδα του, έξωθεν του μαγαζιού τού Θωμαδάκη, υπό το πυκνόν των μωρεών φύλλωμα. Και την ημέραν του Αγίου Γεωργίου – «ανέτειλε το έαρ δεύτε ευωχηθώμεν…» – είχε γίνει μεγάλη σύναξις, υπό τα πελώρια δέντρα, ανδρών και παιδίων και μικρών κορασίων, δια ν’ απολαύσουν το θέαμα των αιπολικών χορών του Γιάννη και ολίγων άλλων αγροδιαίτων νέων και πανηγυριστών, κατελθόντων την δείλην από το βουνόν, όπου είχεν εορτασθή εις το εξωκκλήσιόν του ο Άγιος.

Συνεχίστε την ανάγνωση: https://sarantakos.files.wordpress.com/2012/07/nostal.pdf

Σχετικές πληροφοριες για το διήγημα εδώ:
https://sarantakos.wordpress.com/2012/07/15/nostalgiagianni/
https://sarantakos.wordpress.com/2014/10/26/nostalgiagianni-2/
http://www.avgi.gr/article/4558587/alexandros-papadiamantis-i-nostalgia-tou-gianni