09 11 L'enigme d'un apres-midi d'automneThe Enigma of an Autumn Afternoon by Giorgio de Chirico (1910)

Ημερολογιακά, τουλάχιστον, μπήκαμε στο φθινόπωρο. Δεν θα γράψω οτι είναι η αγαπημένη μου εποχή, γιατί δεν είναι. Ούτε για την γλυκιά μελαγχολία που φέρνουν τα πεσμένα φύλα και η μυρουδιά της βροχής, «(μ)ε την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι….» (Ο. Ελύτης). Η κάθε εποχή έχει τις δικές της ομορφιές, και χαρακτηριστικά, που μπορεί να μας αρέσουν ή να μισούμε. Αυτό είναι φυσικό να μας προκαλεί ανάλογα συναισθήματα. Η κανονικότητα της εναλλαγής των εποχών, μου εγινε συνήθεια γλυκιά, και προσμονή. Μου αρέσει η σιγουριά της ακολουθίας στους μήνες. Σηματοδοτεί αλλαγές στον τρόπο ζωής μου, αβίαστα, φυσικά, όχι καταναγκαστικά, και από υποχρέωση. Aφήνω πίσω μου την καλοκαιρινή ραστώνη, λοιπόν, και υποδέχομαι το φθινόπωρο «ποιητικά», αφήνοντας τους στίχους να μιλούν για τα «εποχικά» φθινόπωρα , αλλά και για τα «φθινόπωρα» της ζωής που θα μας βρουν.

ΜΕΡΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ Του Ράινερ Μαρία Ρίλκε

Κύριε, είναι καιρός. Τό θέρος κράτησε πολύ.
Στά ηλιακά ωρολόγια τίς σκιές σου ρίξε
καί λευτέρωσε στά λειβάδια τούς ανέμους.

Πρόσταξε τούς στερνούς καρπούς νά γινωθούνε
δυό μέρες νότου δώσε τους ακόμη,
βιάσε τους νά ωριμάσουν πιά καί διώξε
τήν στερνή γλύκα στό βαρύ κρασί

Όποιος σπίτι δέν έχει τώρα, ποτέ του δέ θά χτίσει πιά.
Όποιος μονάχος είναι τώρα, μονάχος γιά καιρό θά μείνει,
θ’ αγρυπνά, θά διαβάζει, θά γράφει γράμματα μεγάλα
καί στίς δενδροστοιχείες εδώ κ’ εκεί, δίχως γαλήνη
θά πλανιέται, τά φύλλα ενώ θά σέρνονται στό χώμα.

Source:Ποιήματα,Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ηριδανός, 1990

Sonnet 73
by William Shakespeare (1609)

That time of year thou mayst in me behold
When yellow leaves, or none, or few, do hang
Upon those boughs which shake against the cold,
Bare ruined choirs, where late the sweet birds sang.
In me thou see’st the twilight of such day
As after sunset fadeth in the west;
Which by and by black night doth take away,
Death’s second self, that seals up all in rest.
In me thou see’st the glowing of such fire,
That on the ashes of his youth doth lie,
As the deathbed whereon it must expire,
Consumed with that which it was nourished by.
This thou perceiv’st, which makes thy love more strong,
To love that well which thou must leave ere long.

Source: The Complete Works of William Shakespeare, The Rex Library, 1973

SONNET 73 PARAPHRASE (http://www.shakespeare-online.com)
In me you can see that time of year
When a few yellow leaves or none at all hang
On the branches, shaking against the cold,
Bare ruins of church choirs where lately the sweet birds sang.
In me you can see only the dim light that remains
After the sun sets in the west,
Which is soon extinguished by black night,
The image of death that envelops all in rest.
I am like a glowing ember
Lying on the dying flame of my youth,
As on the death bed where it must finally expire,
Consumed by that which once fed it.
This you sense, and it makes your love more determined
Causing you to love that which you must give up before long.

The Wild Swans at Coole
William Butler Yeats (1919)

The trees are in their autumn beauty,
The woodland paths are dry,
Under the October twilight the water
Mirrors a still sky;
Upon the brimming water among the stones
Are nine-and-fifty swans.

The nineteenth autumn has come upon me
Since I first made my count;
I saw, before I had well finished,
All suddenly mount
And scatter wheeling in great broken rings
Upon their clamorous wings.

I have looked upon those brilliant creatures,
And now my heart is sore.
All’s changed since I, hearing at twilight,
The first time on this shore,
The bell-beat of their wings above my head,
Trod with a lighter tread.

Unwearied still, lover by lover,
They paddle in the cold
Companionable streams or climb the air;
Their hearts have not grown old;
Passion or conquest, wander where they will,
Attend upon them still.

But now they drift on the still water,
Mysterious, beautiful;
Among what rushes will they build,
By what lake’s edge or pool
Delight men’s eyes when I awake some day
To find they have flown away?

Source: The Collected Poems of W. B. Yeats (1989)

Amy Lowell (from Pictures of the Floating World, 1919)

All day I have watched the purple vine leaves
Fall into the water.
And now in the moonlight they still fall,
But each leaf is fringed with silver.