Περί πίστεως Εμείς (και) οι Δαιμονισμένοι (Δημήτρης Δημητριάδης)

Standard

Maria-de-Latte-II2

Σε παλαιότερο κείμενό μου με τον τίτλο Η Απόρρητη Αλήθεια τού Κόσμου, διατύπωσα μια άποψη η οποία έλεγε ότι ο συγγραφέας είναι ένας αντίστροφος Ευαγγελιστής.
Στην περίπτωση των Δαιμονισμένων, ο Ντοστογιέφσκι είναι ένας αντίθετος Ιησούς. Γίνεται κυριολεκτικά ο αντί-Χριστός, ο Αντίχριστος. Γίνεται αυτός που ανταποδίδει και παίρνει την εκδίκησή του. Η ταύτιση είναι απόλυτη, το Κακό έχει ενσαρκωθεί.

Αυτός, όμως, ο Ντοστογιέφσκι, συνομιλεί με τα δαιμόνια όχι για να τα βγάλει μέσα απ’ τούς ανθρώπους, να τα βάλει στους χοίρους και να τα ρίξει στον γκρεμό, αλλά για να τα βρει μέσα στούς ανθρώπους και να τα ρίξει αυτούσια και αναλλοίωτα στις σελίδες του, κι αυτό όχι για να τα αφανίσει, ν’ απαλλάξει τούς ανθρώπους απ’ τα δαιμόνια και να τους μεταλλάξει, όχι για να φτιάξει έναν νέο άνθρωπο – ξέρει ότι τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει, δεν θα υπάρξει ποτέ – αλλά για να δείξει στους ανθρώπους ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν ν’ απαλλαγούν απ’ τους δαίμονες, οι άνθρωποι δεν έχουν μέσα τους τούς δαίμονες, είναι οι ίδιοι οι δαίμονες. Καταστρέφοντας τούς δαίμονες, καταστρέφεται και ο άνθρωπος. Ανθρωπος χωρίς δαίμονες δεν είναι ένας νέος, λυτρωμένος, άνθρωπος, αλλά το τέλος τού ανθρώπου, είναι ο μη άνθρωπος. Λυτρωμένος ο άνθρωπος παύει να είναι άνθρωπος. Αυτό, όχι μόνον ως διαπίστωση, αλλά κυρίως ως αποδοχή, ως κατακύρωση, ως επικύρωση, με τη σφραγίδα τής ύψιστης λογοτεχνίας. Με τον θρίαμβο του Κακού θριαμβεύει και η λογοτεχνία.

Ο Ντοστογιέφσκι, όχι μόνο κατασκευάζει ένα δαιμόνιο και δαιμονικό βιβλίο, αλλά, ακριβώς επειδή το βιβλίο αυτό είναι και δαιμόνιο και δαιμονικό, γίνεται αυτομάτως ιερό, δηλαδή όντως ζωτικής σημασίας. Γίνεται το Ευαγγέλιο των δαιμόνων. Ενα Ευδαιμόνιο. Διότι, η ευδαιμονία είναι δαιμονική, κι αν η Δυσδαιμόνα στραγγαλίζεται απ’ τον μαύρο δαίμονα, αυτό γίνεται επειδή είναι δυσ-. Ο Ευαγγελισμός είναι Ευδαιμονισμός, και Ευδαιμονισμός είναι το τέλειον, δηλαδή η τελική κατίσχυση τού δαίμονα, εκείνου τού ενός που έχει πει ότι η εκδίκηση είναι δική του και ότι θα ανταποδώσει ο ίδιος.

Αυτή η εκδίκηση αλλά κι αυτή η ανταπόδοση είναι Οι Δαιμονισμένοι.

Ο Ντοστογιέφσκι ομολογεί ότι πρώτος αυτός είναι δαιμονισμένος.

Υπέρτατη ανθρωπογνωσία. Αυτήν που επιζητούσε και ο Προυστ. Αυτήν που επιζητούσε και επιζητά πάντα και από πάντα η λογοτεχνία. Η λογοτεχνία έχει μέσα της κάτι το επείγον, μια επείγουσα ανάγκη, μια ανάγκη πιεστική η οποία επιζητά το επειγόντως, το κατεπείγον, διότι η ύπαρξή της η ίδια έχει να κάνει μ’ ένα αενάως επείγον περιστατικό.

Το αενάως επείγον περιστατικό είναι ο άνθρωπος.

Η λογοτεχνία δεν μπορεί να περιμένει. Η λογοτεχνία δεν είναι αναμονή, ούτε προσδοκία. Είναι μη αναμενόμενη έλευση.

Η λογοτεχνία είναι μια Δευτέρα Παρουσία που δεν την αναμένει, δεν την προσδοκά κανείς, και η οποία συμβαίνει όχι άπαξ ούτε στο τέλος των καιρών ή της χιλιετίας, αλλά τώρα, κάθε μέρα, σήμερα, ανά πάσα στιγμή, σ’ έναν χρόνο ανακυκλούμενο και επαναφερόμενο, όπου το πριν είναι και μετά, όπου το τώρα είναι και πριν, όπου το μετά είναι και πριν και τώρα, όπου το σήμερα είναι και αύριο. Κι αυτός είναι ο χρόνος τής θνητότητας.

Η Δευτέρα Παρουσία είναι η παροντική καθημερινή θνητότητα. Αυτή η θνητότητα είναι ο χρόνος μας. Μέσα σ’ αυτόν τον χρόνο δεν περισσεύει ο χρόνος. Ο χρόνος είναι αενάως κατεπείγων.

Συμπέρασμα: δεν έχουμε καιρό. Οσον είχαμε να δώσουμε για να περνάει ο καιρός όπως περνούσε, τον δώσαμε. Δεν έχουμε άλλον να δώσουμε. Ο ίδιος ο καιρός δεν δίνεται πια ο ίδιος.

Η ανθρωπογνωσία είναι μια επιτακτική ανάγκη. Και ενδέχεται να μην αντέχουμε αυτήν την ανθρωπογνωσία, μάλλον: ασφαλέστατα δεν την αντέχουμε, και επειδή η ίδια δεν αντέχεται αλλά και επειδή μάς έχουν μάθει, εθίσει, διαμορφώσει, να μην την αντέχουμε, να αντέχουμε τα πάντα εκτός απ’ αυτήν, λες κι αυτή δεν είμαστε εμείς. Ο καιρός όμως δεν μας ρωτάει πια αν αντέχουμε.

Αυτό που δεν αντέχουμε είναι αυτό του οποίου ήρθε ο καιρός. Οχι ήγγικεν, αλλά έχει έρθει. Είναι ο καιρός ο δικός μας.

Ο καιρός μας είναι αυτό που δεν αντέχουμε.

Η παλαιά πίστη έχει εκδημήσει. Οσοι ανήκουν σ’ αυτήν, πιστεύουν σε κάτι που δεν έχει πλέον τίποτε στοιχειωδώς διαθέσιμο για ν’ αποδείξει την αναγκαιότητά του και την εγκυρότητά του. Οσοι πιστεύουν σε ό,τι πρεσβεύει αυτή, πιστεύουν σε κάτι που δεν έχει πλέον καμία σχέση με τη ζωή αλλά ούτε και με τον θάνατο. Πιστεύουν σε κάτι που δεν έχει εμπράγματο λόγο υπάρξεως. Που ό,τι έδωσε θα χρειαστεί να το υπερβούμε, να το αναπληρώσουμε, ή να βγούμε απ’ αυτό, για να ξεκινήσουμε πέρα απ’ αυτό. Κάτι που συσκότισε και σύγχυσε, διασάλευσε και δυσχέρανε, τη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του, με τη ζωή του, τον θάνατό του, τον έρωτα, το φύλο, το σώμα, τον κόσμο. Που δημιούργησε ένα ψευδές βάθος και έναν αναίτιο, ανυπόστατο προβληματισμό, επέβαλε μία εκ των προτέρων χαμένη προοπτική, έσπειρε το ανθρώπινο οδικό δίκτυο με κατασκευασμένα αδιέξοδα, ανύπαρκτες γέφυρες και πλαστές διόδους, εφηύρε άλυτες λύσεις και απαντήσεις παράλυτες, μίκρυνε, στένεψε, έκοψε κι έραψε κατά το δικό του φανατισμένο και στενόμυαλο δοκούν, αφήνοντας πίσω του τρέμοντα ανθρωπάρια. Περιέπλεξε τόσο πολύ τα πράγματα δημιουργώντας κλίμακες λανθασμένων και άχρηστων αξιών, οι οποίες αποδείχθηκαν παρεξηγήσεις, παραδοξολογίες και διανοητικές διαστροφές, ώστε θα πρέπει ο άνθρωπος να γκρεμίσει τον άνθρωπο έτσι όπως τον οικοδόμησε αυτή η πίστη, και να χτίσει ξανά τον άνθρωπο απ’ την αρχή.

Πίστεψαν, και πιστεύουν ακόμη, σε κάτι που αρνήθηκε στον άνθρωπο τον ίδιο τον άνθρωπο, και που στη θέση της σχέσης του ανθρώπου με τον εαυτό του και με τον άνθρωπο επέβαλε μια σχέση με ένα όν που η ύπαρξή του αποδείχθηκε φρούδα και η χρησιμότητά του αποτρεπτική μιάς άλλης χρησιμότητας απείρως πιο αναγκαίας: της χρησιμότητας τού να γνωρίσει ο άνθρωπος τον άνθρωπο σε σχέση με τον εαυτό του και με τον άνθρωπο.

Απαιτείται, λοιπόν, είναι ιστορική επιταγή, να δούμε και να δεχτούμε αυτό που είμαστε – με όλες τις συνέπειες που αυτό θα έχει. Την απαίτηση αυτή μάς τη δείχνει ένας άνθρωπος τής παλαιάς πίστης. Σ’ αυτό ακριβώς έγκειται το θαύμα, το πραγματικό όμως, το θαύμα που μπορούμε να αγγίξουμε με το δάχτυλο και να πούμε: Αληθώς, συ ει ος ει.

(Απόσπασμα από το δοκίμιο του Δημήτρη Δημητριάδη Περί Πίστεως- Εμείς (και) οι Δαιμονισμένοι. Πηγή: http://www.e-poema.eu/dokimio.php?id=304 )

Devotees-Demons

Artwork by Ayana V. Jackson

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ «ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ – ΕΜΕΙΣ (ΚΑΙ) ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ»- ΕΚΔ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ 2012(29 Νοεμβρίου 2012 στις 3:46 μ.μ on facebook)

Το Περί πίστεως είναι ένα βιβλίο δημόσιας συνάντησης : έχει τόσα περιθώρια αναγκαιότητας όσα τού επιτρέπουν μόνον η συναλλαγή και η συνεύρεση με τούς άλλους.

Είναι επίσης ένα βιβλίο τύποις αυστηρό και λόγιο : χρειάζεται την δερματική επαφή, την οπτική σχέση, την απτική συνάφεια, την αναπνευστική συναλληλία, την γυμνή σύμπραξη, την απερίφραστη προσφορά.

Το ζητούμενο εδώ, και ως θέμα προς συζήτηση και ως εκκρεμότητα προς αντιμετώπιση, είναι το τι συμβαίνει ανάμεσα στούς ανθρώπους όταν αυτοί διερωτώνται τι δεν πήγε καλά στον κόσμο και τι δεν πάει καλά στην ζωή τους, όχι ασφαλώς για να δοθούν απαντήσεις – τα ερωτήματα να παραμείνουν φλέγοντα, και όχι ασφαλώς για να προταθούν πανάκειες – ας μάς πολιορκεί εσαεί το ασθενές, αλλά για να τεθεί το ένα και κορυφαίο πρόβλημα (από το ρήμα «προβάλλω», δηλαδή δίνω προτεραιότητα και προωθώ) : τι συμβαίνει μεταξύ μας και ποια είναι όλα εκείνα που αυτό το «μεταξύ μας» το παρεμποδίζουν, το υποστέλλουν, το αναστέλλουν, το αλλοιώνουν, το καταργούν, το αφανίζουν, το δυσφημούν, το αρνούνται, το σπιλώνουν, το διώκουν, το καταστρατηγούν.

Το βιβλίο αυτό είναι ένας πειράζων ενδιάμεσος που εισχωρεί ανάμεσα στις σάρκες, κι εκεί ψηλαφεί, οσμίζεται, γεύεται τι είναι εκείνο που τις χωρίζει και τις κρατά σε επιβεβλημένη επιφυλακτικότητα, σε αμοιβαία αγνωσία, σε παράλληλη απομάκρυνση, σε φορτική δυσπιστία, σε κατάφωρη απόρριψη και αλόγιστη καταδίκη.

Δεν στοχεύει να ενώσει τα υπάρχοντα διεστώτα – δεν έχει την πρόθεση ούτε και την εμβέλεια . αποπειράται να θίξει τα σημεία των ρήξεων και των τμήσεων, προκειμένου να τα υποδείξει σε όσους επείγονται, ορέγονται αλλά και τολμούν να τα αναδεχθούν ιδίοις σώμασι.

Δ.Δ.

[ Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου ]